"…Κάτι το ωραίον".
Πριν από τρεις μήνες περίπου, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού τον οποίο προκήρυξε η κατασκευαστική εταιρεία ΓΕΚ σε συνεργασία με την (εξαιρετική) επιθεώρηση Αρχιτεκτονικής "Δομές", για την ανέγερση ενός συγκροτήματος κατοικιών στο Μεταξουργείο. Ο διαγωνισμός είναι από τους πιο ενδιαφέροντες που έχουν γίνει ποτέ στην Ελλάδα, τουλάχιστον όσον αφορά την επαφή του με την πραγματικότητα και την εκπλήρωση αναγκών που δύσκολα θα έβρισκαν διέξοδο αλλιώτικα: μία μεγάλη εταιρεία (και όχι δημόσιος φορέας) επιχειρεί να επεκταθεί από το χώρο των κατασκευών στο χώρο του real estate, επιλέγει για ξεκίνημα να χτίσει και να πουλήσει ένα απολύτως lifestyle έργο ("μίνιμαλ διαμερίσματα για BoBos σε περιοχή του κέντρου της Αθήνας εχθρική προς τις πυρηνικές οικογένειες, πλησίον Μετρό, ναργιλετζίδικου και red lights"), προφανώς πεπεισμένη ότι υπάρχει εδώ τέτοιο κοινό (…βεβαίως και υπάρχει, ψιλογνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας, άνετα θα τα βρίσκαμε με τα κοινόχρηστα, μόνο από λεφτά για να βάλουμε καρέκλες του Bertoia στην αυλή είμαστε λίγο στριμωγμένοι) και – για να είναι σίγουρη ότι θα πιάσει το trend, αναθέτει το όλο μάρκετινγκ στους ειδικούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι και δυνάμει πελάτες: "νέοι αρχιτέκτονες" ή, όπως ακόμα πιο μαχητικά το είπε στο BΗΜΑgazino ο Μέμος Φιλιππίδης, "οι σημαιοφόροι της αλλαγής". Επαυξάνω – "τα εξαπτέρυγα του εκσυγχρονισμού".
Ο διαγωνισμός ήταν στημένος τέλεια – τουλάχιστον δεν φαινόταν να υπάρχει καμία εγχώρια "στρέβλωση" σε σχέση με το τί συμβαίνει στις υπόλοιπες μητροπόλεις του κόσμου: οι συνθήκες ήταν τέτοιες ώστε να δώσουν αποτελέσματα απολύτως όμοια με αυτά που βλέπουμε να χτίζονται "αλλού", μια και δεν συντρέχει πλέον κανένας λόγος γιατί να μην συμβαίνουν τα πράγματα ακριβώς έτσι και εδώ. Άλλωστε, υπάρχει ζήτηση, για να μην πω υπάρχει συλλογικός πόθος.
Πώς τώρα εκεί που περίμεναν όλοι να γεννηθεί επιτέλους από το δοκιμαστικό σωλήνα η εγχώρια πρωτοπορία, την έσκασε πάλι από τη γωνία ο Μπίρης με δίδυμα και τους άφησε με τα σαγόνια να κρέμονται, θα παραμείνει άλλη μία από τις σκληρές στροφές της μοίρας. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η επιλογή για υλοποίηση της πρότασης των Γ. Δασκαλάκη – Ι. Παπαδόπουλου (Γ' Βραβείο εξ' ημισείας) ήταν για μένα η πιο απολαυστική στιγμή του όλου σκηνικού. Άσχετα από το ότι τα παιδιά είναι συμφοιτητές και επιπλέον πολύ καλοί και παλιοί φίλοι – για να εξηγούμαι από την αρχή. Ήταν και η πιο πρωτότυπη λύση διάολε: δύσκολα θα έβλεπες να χτίζεται κάτι τέτοιο αλλού από την Αθήνα.
Ο κλονισμός πρέπει να ήταν αβάσταχτος. "Ακόμα και τώρα…". Version 2.0 beta, ενισχυμένη, πιο ξενέρωτη από ποτέ, η επίθεση των κλώνων… Και η μουρμούρα ξεκίνησε αμέσως. Πιθανόν είτε όσοι δεν είναι αρχιτέκτονες είτε όσοι είναι αλλά δεν έχουν πολλά πάρε-δώσε με τη Σχολή της Αθήνας, να μην πολυκαταλαβαίνουν. Είναι μεγάλη και γνωστή η ιστορία, τα λέω μέσες-άκρες στο post για την Ομόνοια, δεν μπορώ να τα ξαναπώ – άλλωστε αυτά αφορούν πολύ περιορισμένο κόσμο και είναι μάλλον κουτσομπολιό. Τελικά όμως η κάλυψη για το νέο συγκρότημα στο Μεταξουργείο έγινε εκτενέστερη και πέρασε στα μη εξειδικευμένα ΜΜΕ, μια και από τις 20 έως τις 24 Σεπτεμβρίου οργανώθηκε στο Μπενάκη της Πειραιώς (ανοιχτή) έκθεση με το υλικό του διαγωνισμού. Θα ήθελα να σταθώ σε δύο άρθρα που δημοσιεύτηκαν στον τύπο την εβδομάδα αμέσως πριν την έκθεση, ένα μικρούλι, ποιητικό και αναποφάσιστο του Δ. Ρηγόπουλου στο LifO της 14.9 και ένα μεγάλο και βιτριολικό του Μ. Φιλιππίδη στο ΒΗΜΑgazino της Κυριακής. Τα άρθρα περιέχουν μια σειρά από ζωτικά ερωτήματα για την πόλη και (ειδικά το δεύτερο) κάποια εσωτερικά αστεία για τους connoisseurs (τα οποία, εντούτοις, καταλαμβάνουν πολύ παραπάνω χώρο απ' όσον υπαγορεύει ο ειδησεογραφικός – ενημερωτικός χαρακτήρας του εντύπου). Το θέμα λοιπόν εδώ είναι, από εμάς που υποτίθεται ότι "γνωρίζουμε", και ξέρουμε τουλάχιστον τί όνομα έχει ο μπαμπούλας, καταλαβαίνουμε όλοι το ίδιο πράγμα;
"Από εδώ η γυναίκα μου, από εδώ το αίσθημά μου".
Στο Urban Lab του Δ. Ρηγόπουλου (LifO, 14-20.9, σελ. 17) περιέχονται κάποια ερωτήματα και ένα υπαρξιακό δίλημμα: "πώς αλλάζουν τα πράγματα/το τρίτο βραβείο/αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία/και όχι το πρώτο/αυτό που είχαμε δείξει κάποια Πέμπτη μέσα στον Ιούνιο/θα υλοποιηθεί τελικά από τον μεγάλο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό της ΓΕΚ για ένα συγκρότημα κατοικιών στο Μεταξουργείο/δεν γίνεται για πρώτη φορά/η κατασκευαστική εταιρεία είχε το δικαίωμα και οι αρχιτέκτονες το γνώριζαν/προφανώς η μελέτη της Γεωργίας Δασκαλάκη και του Γιάννη Παπαδόπουλου κρίθηκε ως περισσότερο "εμπορική"/σε σχέση με την πιο "διανοουμενίστικη" πρόταση της Κατερίνας Τσιγαρίδα/κρίμα/όχι γιατί το τρίτο βραβείο είναι κακό/καθόλου/έχει μια προαστιακή αύρα που σε κάποιους θα αρέσει και σε κάποιους όχι/της Τσιγαρίδα έδειχνε πιο ρηξικέλευθο, και η Αθήνα έχει ανάγκη από κτίρια που λένε και κάτι άλλο, έστω και αν αυτό το άλλο δεν ενθουσιάζει πάντα/όπως είπε ένας φίλος/για την πόλη θα'θελα να γίνει το πρώτο βραβείο αλλά, αν είχα να διαλέξω, θα προτιμούσα να μείνω σ' αυτό του τρίτου (βραβείου)/βλέποντας μόνο τις μακέτες, εννοείται".
"Διανοουμενίστικη". "Αντιεμπορική". "Ρηξικέλευθη". Ας παίξουμε λοιπόν κι εμείς με τις λέξεις. Διανοουμενίστικο ήταν εξαρχής το πνεύμα του διαγωνισμού, τη στιγμή που δεν επιλέγει κάποιος να χτίσει κατοικίες πολυτελείας στο Μεταξουργείο παρά μόνον όταν απευθύνεται σε αγοραστές οι οποίοι θα μείνουν εκεί (και) για να κάνουν την προσωπική τους δήλωση. Οι προτάσεις που διακρίθηκαν ήταν όλες λίγο-πολύ μέσα σ' αυτό το πλαίσιο. Το πρόβλημα με τη διανόηση του πρώτου βραβείου ήταν ότι, από τη μία, η πρόταση για τον χώρο συνοδευόταν από διάφορα ωραία για "παλλόμενες επιφάνειες με αναφορές στον Codrech" (σμ. πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας του 20ού αιώνα από τη Βαρκελώνη), για γαργαλιστικά περιορισμένη ιδιωτικότητα (όλα τα διαμερίσματα βλέπουν το ένα το εσωτερικό του άλλου μέσα από μεγάλες βιτρίνες) και, για να μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην Αθήνα, όλα τα διαμερίσματα βλέπουν κατευθείαν την Ακρόπολη (…όποιος καεί με το χυλό κλπ). Από την άλλη, το συγκρότημα μοιάζει απ' έξω με Υπουργείο της δεκαετίας του '50 σε σμίκρυνση κι από μέσα με φυλακή. Από τα διαμερίσματα τα ίδια δεν είδα τίποτα, κι ας είναι για να φαίνονται. Προσωπικά, έχω διαβάσει πολύ προσεκτικά και πάρα πολλές φορές, τόσο το "voluntary prisoners of architecture" του (διεθνώς διάσημου και παλαιού συνεργάτη της Κ. Τσιγαρίδα) Rem Koolhaas, όσο και το (εντελώς απαραίτητο για να καταλάβει κανείς ορισμένες θεμελιώδεις συνιστώσες του Μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική) "surveiller et punir" του M. Foucault. Το πρώτο με γοητεύει όλο και λιγότερο, το δεύτερο το θεωρώ διαχρονικό. Καταλαβαίνω (…"κατανοώ";) απολύτως το θεωρητικό πλαίσιο, και πιστεύω ότι στο κτίριο του πρώτου βραβείου έχουμε ιδανική σύμπτωση θεωρίας και πράξης, όπως θα έλεγαν κάποτε και οι Σύντροφοι. Πόσο μάλλον ότι έπιασε όλα τα (πρακτικά) ζητούμενα του διαγωνισμού χωρίς να ξεφύγει. Εκεί μέσα όμως δεν θα έμενα με μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ' όσο θα έμενα στο Νοβοσιμπίρσκ τον καιρό της Επανάστασης. Ούτε καν για τους γείτονες, τους βλέπω όποτε θέλω λίγο παρακάτω στο Nixon και είναι καλύτερα έτσι. Εξαιρετικά σιχαμένο βρίσκω το πώς το συγκρότημα, ενώ διαφημίζει ότι βρίσκεται στο Μεταξουργείο, γυρίζει τελείως την πλάτη του στην (άθλια) γειτονιά αφήνοντας στο δρόμο μόνο κάτι μικροσκοπικά ανοίγματα (τα οποία είναι τόσο αδέξια βαλμένα που μάλλον θα ήθελαν να μην υπάρχουν καθόλου – το έκανε το δεύτερο βραβείο πολύ πιο έξυπνα) ενώ γίνεται απολύτως διαφανές στο εσωτερικό του για τους μποέμ κατοίκους του που νιώθουν άνετα να επιδεικνύουν ο ένας στον άλλο τα έπιπλά τους και τη μοδάτη ζωή τους, χωρίς να τους πολυβλέπουν οι απ' έξω (και επιπλέον χωρίς να πολυβλέπουν τους απ' έξω και οι ίδιοι, κι ας κάνουν ωραίο σκηνικό για downtown οι Κινέζοι και οι Ιρακινοί). Είναι ανατριχιαστικό το πόσο πολύ το συγκρότημα θυμίζει φυλασσόμενο προάστιο, από αυτά που στην Αθήνα ακόμα δεν έχουμε δει ολοκληρωμένα: Από μέσα, δεν θέλει να κρυφτεί κανείς – και τί να έχει άλλωστε να κρύψει; Πάσχισε για να φτάσει μέχρι εκεί. Όλες οι πόρτες ανοιχτές. Απ'έξω βέβαια, τοίχος. Μετά τα Ζείδωρα και τους Μεθυστάνες στου Ψυρρή, τώρα τα προάστια καταλαμβάνουν το κέντρο και με σπίτια. Και στο βάθος, η Ακρόπολη. Θυμάμαι το τρέιλερ από μία γελοία ελληνική ταινία με την Αφροδίτη Σημίτη, που έστελνε e-mail σε έναν τύπο που δεν είχε δει ποτέ της και τελικά έφτασαν στο σπίτι του/της στου Ψυρρή να τρώνε σούσι στο πάτωμα με την Ακρόπολη φωτισμένη στο βάθος από το παράθυρο. Όταν γυρίστηκε η ταινία, το ίντερνετ ήταν ακόμα καινοτομία, το σούσι στην Αθήνα σχεδόν άγνωστο (…ψάρακες) και ο Ψυρρής της μόδας. Τέσσερα-πέντε χρόνια πριν, δηλαδή. Τουρίστες. Για να βρίσκεται κανείς στην Αθήνα, αρκεί να φαίνεται η Ακρόπολη. Οι κωλογειτονιές του κέντρου με όσα αυτές περιέχουν θα μπορούσε και να λείπουν, το μέρος θα ήταν το ίδιο και θα ήταν μαγεία. Το downtown δεν φτιάχνεται για τα παιδιά της πόλης: μοιάζει να φτιάχνεται για τα παιδιά που τα πήραν οι γονείς τους από το κέντρο μόλις ήρθαν οι Αλβανοί και μετά σε κάποια στιγμή τους πήραν αυτοκίνητο να μην πληρώνουνε το Σάββατο ταξί στην Κηφισίας και ρεμπελέψανε. Δεν ξέρω αν η πρόταση του Γιάννη και της Γιωργίας έχει "μια προαστιακή αύρα" που σε άλλους αρέσει ενώ στους ψαγμένους όχι· σίγουρα η πρόταση της Κατερίνας Τσιγαρίδα ρίχνει πάνω στο κέντρο της Αθήνας μια προαστιακή σκιά που δεν μου αρέσει καθόλου, γιατί κάτι μου λέει ότι θα απλωθεί πάρα πολύ, πολύ σύντομα, πάνω στα μέρη όπου μεγάλωσα, και θα τα καταπιεί (…και απ' όσο γνωρίζω, θα τα φτύσει αμάσητα). Έχει συμβεί σε όλες τις Μεγάλες Πόλεις, ήρθε κι εδώ η ώρα, αναπόφευκτα. Εκσυγχρονιζόμαστε. Αριστούργημα, βέβαια, ήταν εκείνο το τελευταίο, που μου πάτησε όλα τα κουμπιά μαζί: "Για την πόλη", ωραίο είναι το αλλόκοτο· "για το σπίτι", το σπιτένιο. Εκείνος ο φίλος σας, κ. Ρηγόπουλε, πού ακριβώς μένει;
"Το μήλο κάτω απ' τη μηλιά".
Ο Δημήτρης Ρηγόπουλος δεν είναι αρχιτέκτονας – τουλάχιστον δεν έχει σπουδάσει αρχιτέκτονας, επίσημα. Παρακολουθώ την αρθρογραφία του στο LifO και την Καθημερινή, μου φαίνεται εξαιρετικά ευαίσθητος, ενημερωμένος, ψύχραιμος και διαυγής, αλλά οπωσδήποτε είναι έξω από ακαδημαϊκές έριδες. Ο Μέμος Φιλιππίδης είναι διαφορετική περίπτωση. Απόφοιτος του Πολυτεχνείου της Αθήνας (…και του Yale), με τον πατέρα του Καθηγητή στην Έδρα της Πολεοδομίας (τον είχα Δάσκαλο πολλά χρόνια και μπορώ να πω χωρίς υπερβολές ότι είναι ένας από τους ανθρώπους που μου έχουν μάθει να σκέφτομαι), πιθανότατα με δικές του βλέψεις για μία θέση στη Σχολή, γράφει έχοντας στο πίσω μέρος του κεφαλιού άλλα πράγματα, τα οποία εκδηλώνονται ως υπαινιγμοί. Εδώ και κάποια χρόνια, έχει αναλάβει σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα το ρεπορτάζ μόδας στα κυριακάτικα ένθετα, σε μία τιτάνια προσπάθεια ενημέρωσης και εκδημοκρατισμού των σύγχρονων αρχιτεκτονικών πρωτοποριών προς το διψασμένο ελληνικό κοινό (…η λέξη "vulgarisation" μού πηγαίνει εδώ πολύ περισσότερο, και απορώ πώς δεν μπορώ να βρω δόκιμο όρο στα ελληνικά). Δεν ήταν δυνατόν να μην κάνει κάλυψη των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού της ΓΕΚ, αλλά ο τρόπος που το έκανε… Well… Whatever.
Κατ' αρχήν, το στήσιμο των σελίδων. Σε ολοσέλιδες καταχωρήσεις στην αρχή, στρογγυλοκάθονται οι φωτορεαλισμοί από τα τελευταία (;) trends και τις δουλειές της παρέας με τους συνήθεις ύποπτους. Θεμιτό; Ίσως – τουλάχιστον δεν είναι κάτι που δεν συμβαίνει στα έντυπα, παντού και πάντα. New dog, old tricks. Χωμένα κάπου στο βάθος σε κάτι πλαισιάκια, όσα δεν μας κάνουν για κάτι σπουδαίο ή/και φαίνονται μπανάλ (σε ένα τέτοιο πλαισιάκι στην τέταρτη σελίδα, βρέθηκε το επίμαχο τρίτο βραβείο προς υλοποίηση), αλλά πρέπει να αναφερθούν ώστε να είναι πλήρης η κάλυψη, για λόγους δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Η θέση του δημοσιογράφου ήταν σαφής με την πρώτη ματιά, οπότε αυτά που ακολούθησαν στο κείμενο δεν με εξέπληξαν. Ορισμένα σημεία όμως σηκώνουν πολύ συζήτηση.
Ένα από τα ζητούμενα του διαγωνισμού ήταν η διερεύνηση μιας "εναλλακτικής κατοίκησης" στο κέντρο της Αθήνας. Αν το δούμε με όρους αγοράς και μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου διαγωνισμού, αυτό σημαίνει – μονοδιάστατα – χτίζουμε διαμερίσματα για γιάπιδες (από τους ωραίους και τις ωραίες όμως, που βλέπουμε στο Sex and the City, όχι τους κλώνους του Ντάνι ντε Βίτο που πάνε για καφέ με το ρολόι, το κινητό, τη γκόμενα και τα κλειδιά από το αμάξι, αυτοί είναι εντελώς τριτοκοσμικοί – και επιπλέον θα έλεγα, ανώδυνοι). Αν το δούμε με όρους έρευνας, οι αρχιτέκτονες έπρεπε να σκεφτούν από την αρχή το μοντέλο της Αθηναϊκής πολυκατοικίας – έργο ασύλληπτα ευρύ και δύσκολο, αλλά ουσιαστικό. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει: η γενιά όσων είναι τώρα 50-60 και βίωσε τη μαζική ανοικοδόμηση του κέντρου με τον τρόπο που ξέρουμε, το προσπάθησε ατομικά (και μάλλον μοναχικά), με σχέδια, κείμενα αλλά και υλοποιημένο έργο. Από την παραγωγή αυτή θέλω να ξεχωρίσω την (ριζοσπαστική, κατά τη γνώμη μου, κι ας μην της φαίνεται με γυμνό μάτι, λόγω φολκλόρ) πολυκατοικία της Οδού Εμμ. Μπενάκη 118 στα Εξάρχεια, χτισμένη στα γνωστά μας μικρά οικόπεδα με συνεχές σύστημα (αρχιτέκτονες: Εργαστήρι 66 / Δημ. και Σ. Αντωνακάκη). Επίσης, την (πολύ πιο εμφανώς πιστή στις καταβολές της) προαστιακή πολυκατοικία της Οδού Χρυσανθέμων 22 στο Πολύδροσο Χαλανδρίου (αρχιτέκτονες: Τάσος και Δημήτρης Μπίρης – η συγκεκριμένη πολυκατοικία μάλιστα είναι και η μαμά του συγκροτήματος που θα χτιστεί στο Μεταξουργείο, κι αυτό εύκολα φαίνεται με γυμνό μάτι). Την πρώτη τη θεωρώ ριζοσπαστική επειδή, προσαρμοζόμενη απολύτως στο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο παραγωγής των πολυκατοικιών της Αθήνας (μέγεθος των οικοπέδων, μέγεθος των οικοδομών, μέγεθος και τεχνογνωσία των κατασκευαστών εκείνη την εποχή, κοινωνική σύνθεση και τρόποι ζωής των κατά κανέναν τρόπο φαντασιακών ή αφηρημένων κατοίκων), κατάφερε να διατυπώσει μια υλοποιήσιμη (και γιατί όχι, αναπαράξιμη και αλλού, με γνώση όμως και ευαισθησία) πρόταση για σημαντικά υψηλότερη ποιότητα ζωής στον καθημερινό χτισμένο χώρο της Αθήνας. Υπαίθρια πρόσβαση στα διαμερίσματα, δουλεμένα επίπεδα στο εσωτερικό, καλός φωτισμός και αερισμός, ωραίες υφές, προσεγμένο χρώμα, σχεδιασμένοι κοινόχρηστοι χώροι. Περνώντας από την Εμμανουήλ Μπενάκη, απέναντι από το Λόφο του Στρέφη, δεν είναι από τα κτίρια που σταματάς αμέσως να τα χαζέψεις, και δεν νομίζω ότι το ήθελε και κανείς από την αρχή. Δεν δείχνει να διαφέρει και πολύ από τα υπόλοιπα· απλώς, είναι πολύ, πολύ καλύτερο. Η δεύτερη θα μπορούσε να ανήκει και αλλού, εντάσσεται πιο εύκολα σε κάποιο "διεθνές στυλ". Έχω καθίσει μπροστά της με τις ώρες προσπαθώντας να την καταλάβω, τη βρίσκω απίστευτα όμορφη, κι ας μη μου πάνε καλά κάποια άλλα πράγματα πάνω της. Χτισμένη στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε αγρούς για πατζάρια (όπως ήταν το Χαλάνδρι εκείνη την εποχή), στη μέση ενός ελεύθερου από προβληματικές γειτνιάσεις οικοπέδου, έτοιμο να υποδεχτεί τους πρώτους από αυτούς που θα άφηναν τα Εξάρχεια και την Πατησίων, με κατασκευαστή τον ανερχόμενο τότε Ηλία Μπαρμπαλιά (διάσημο για τη φρίκη που προκάλεσε αργότερα με το μαύρο κτίριο γραφείων σε σχήμα πιάνου απέναντι από την Αμερικάνικη Πρεσβεία) είναι ακόμα και τώρα από τα κτίρια που αιχμαλωτίζουν το βλέμμα (και το μυαλό) με την παρουσία τους. Αυτή δεν είναι η μόνη ούτε η σημαντικότερη αρετή του. Λιτό, στιβαρό, στυλάτο, τολμηρό, δομημένο, σαν (φαντασιακή) γειτονιά από τις μονοκατοικίες που θα χάνονταν συμπιεσμένη σε ένα μεγάλο ορθογώνιο και σηκωμένη καθ' ύψος, είναι ακόμα και σήμερα απόδειξη των εκπληκτικών δυνατοτήτων που έχει το τόσο παρεξηγημένο μπετόν, κι ας μην είναι η ποιότητα της κατασκευής του η καλύτερη. Ατύχησε βέβαια η διαμορφωμένη ταράτσα και τα pilotis, μάλλον έμειναν και τα δύο ψόφια, αλλά και πώς να μη μείνουν όταν υπήρχε (και υπάρχει ακόμα) τόσο άπλετος ελεύθερος χώρος γύρω-γύρω; Και εκείνο το κίτρινο δικτύωμα που στεφανώνει και κλείνει την κορυφογραμμή, και κλείνει και το μάτι και σε μια μελλοντική, τεχνολογική εποχή, κατόπιν φορέθηκε πολύ. Είναι μια αρχιτεκτονική οραματική και εγκεφαλική, κάποιοι ίσως να την έλεγαν ελιτίστικη, αλλά στο τέλος η πολυκατοικία αγαπήθηκε πολύ και μάλιστα ο κατασκευαστής προσπάθησε να την αντιγράψει μόνος του (έστω, ως εμφάνιση) σε άλλο οικόπεδο της ιδιοκτησίας του, λίγο παρακάτω. Αντιεμπορική και ρηξικέλευθη θα την έλεγαν και τότε, αλλά τελικά αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα ότι κάτι πέτυχε – και στην αγορά. Για να κλείνουμε με την ιστορική αναδρομή, οι υπέροχες πολυκατοικίες που μας κληροδότησε η δεκαετία του '30 μένουν έξω από τη συγκεκριμένη προβληματική, καθώς απευθύνονταν ακόμα σε λίγους όταν χτίστηκαν και είναι, από πολλές απόψεις, μιας άλλης εποχής. Θα μπορούσαν κάποιες από αυτές να λειτουργήσουν ως μνημεία, χωρίς να παύουν να λειτουργούν και ως σπίτια. Για εμένα, μια τέτοια ψάχνω. Μάλλον τη Μπλε του Παναγιωτάκου στα Εξάρχεια, εκεί που είναι το Floral, αν την ξαναβάψουν στα χρώματα του Παπαλουκά και μέσα ανακαινιστεί σωστά. (για εικόνες: εδώ )
Στις προτάσεις του διαγωνισμού που τράβηξαν την προσοχή του Μέμου Φιλιππίδη, το εναλλακτικό της κατοίκησης στην Αθήνα εντοπίστηκε στη ριζοσπαστική καινοτομία του να καταργήσουμε τα μπαλκόνια. Αυτό βέβαια είναι αντιεμπορικό, επειδή "το ελληνικό κοινό" είναι μαθημένο αλλιώς. Ό,τι όμως είναι αντιεμπορικό, εμπεριέχει και τα σπέρματα της αλλαγής. Κάτω το ξεπούλημα στις κατασκευαστικές. Ας σοβαρευτούμε όμως. Δεν είναι κακά τα μπαλκόνια ως τέτοια, πόσο μάλλον μπανάλ (σε μια πρόσφατη Athens Voice, σε άρθρο του τύπου "πώς μας βλέπουν οι ξένοι", αναφέρθηκε ότι τα μπαλκόνια και ο τρόπος που τα χρησιμοποιούμε κάνει την Αθήνα να διαφέρει από την τόσο οικεία Μαδρίτη – προσωπικά, δεν το είχα προσέξει ποτέ). Υπάρχει όμως (ακόμα) στην παιδεία μας το καταπιεστικό φάντασμα μιας λαϊκίζουσας ρητορικής, η οποία φωνασκεί με συνθήματα όπως "ο βίος των Ελλήνων είναι υπαίθριος". Απολύτως σοβαροί άνθρωποι έχουν δει στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών του κέντρου μια μεταφορά της αυλής του χωριάτικου σπιτιού (…από εκεί όπου προέρχονται οι Αθηναίοι), και έχουν βρει τη μεταφορά γοητευτική, αλλά με τον τρόπο τους, ο οποίος κατά κανόνα την ασχημαίνει. Όσοι αισθάνονται άνετα να μιλάνε για λογαριασμό "των Ελλήνων" ή ακόμα χειρότερα "του λαού" (…μπλιαχ) μπορεί να είναι εκπληκτικοί άνθρωποι και δημιουργοί που μας στοιχειώνουν, αλλά στο ακροατήριό τους τελικά κάνουν ζημιά. Ενώ η δημιουργία τους και τα μαθήματα που μπορούμε να πάρουμε από αυτήν στέκει μια χαρά και από μόνη της, χωρίς τα ιδεολογήματα. Το πρόβλημα με τέτοιου είδους έντονες προσωπικότητες είναι ότι, μέσα στην ένταση και την ισχυρή συνοχή του λόγου τους, δεν αφήνουν πολλά (…χρονικά) περιθώρια για αντιδράσεις. Και όταν η άμεση αντίδραση εκδηλωθεί, περιστρέφεται συνήθως γύρω από το ιδεολόγημα, μια και αυτό είναι τόσο εμφανώς γελοίο που είναι και το πιο εύκολο να χτυπηθεί. Έτσι όμως, μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και μένουμε οικειοθελώς κλεισμένοι μέσα σε τέσσερεις τοίχους, από τους οποίους ο ένας είναι γυάλινος – για να μη νιώθουμε χωριάτες. Κι άμα βγούμε καθόλου έξω, θέλουμε πλατείες χωρίς δέντρα, χωρίς χώμα και χωρίς νερό, επειδή τέτοια έχει στην Κάτω Βροντού (…τέτοια έχει και στο Παρίσι, αλλά αυτό είναι έξω από μας). Και στο κάτω – κάτω καλά να μένουμε κλεισμένοι εμείς και να το χαιρόμαστε – το πρόβλημα είναι όταν κλείνουμε μέσα κι άλλους, και τους το πουλάμε για σπίτι. Τέλοσπάντων, μεγάλη κουβέντα και ατέλειωτη.
Μια άλλη εικόνα που προβλήθηκε στο άρθρο, μάλλον στα πλαίσια της αναζήτησης του τοπικού, αυτή τη φορά, ήταν ένα snapshot που έδειχνε από το ύψος των ματιών ενός κατοίκου τη θέα από το μπαλκόνι του διαμερίσματος (…ναι, υπήρχε μπαλκόνι) που έβλεπε στο βάθος ένα ερείπιο με κεραμίδια πάνω από την (άδεια) πρότυπη παιδική χαρά της Οδού Μεγ. Αλεξάνδρου, ενώ το μισό περίπου κάδρο έδειχνε στα αριστερά ένα όμορφο κεραμικό πανέλο από αναδιπλωμένη ταινία, σχεδιασμένο από τη μελέτη (σύμφωνα με τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις, πράγματι). Επισημάνθηκε στο άρθρο ως ένας ευρηματικός διάλογος του "παλιού" με το "καινούριο" ( η αντιπαράθεση "παλιού" και "καινούριου" συναντιέται πάντα στα πλαίσια κάθε συνθηματολογίας, και η συνθηματολογία είναι ίδιον των πρωτοποριών και των πρωτοποριαζόντων· μάλλον το άρθρο εννοούσε ότι το λαϊκό σπίτι του Μεταξουργείου είχε κεραμίδια και επίσης ότι το συγκρότημα κατοικιών της ΓΕΚ ακριβώς απέναντι θα είχε στην όψη του το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα κεραμίδια, δηλαδή σε γενικές γραμμές σιγά το πράγμα). Ο φετιχισμός του υλικού είναι άλλη μία κακή κληρονομιά που έχει η εκπαίδευσή μας. Τα υλικά στην αρχιτεκτονική πολλές φορές αποκτούν μεταφυσική σημασία, καθώς αυτά είναι τα πιο απτά και ορατά, και εκεί πάνω παίζεται συνήθως όλο το παιχνίδι των "αναφορών" ή των "συμβολισμών", τουλάχιστον όταν κοιτάζουμε από έξω προς τα μέσα (στην καλύτερη περίπτωση, η μεταφυσική αυτή τροφοδοτεί την έμπνευση, αλλά παραμένει μεταφυσική, δηλαδή δεν εξηγείται). Ενώ η περιγραφή ενός χώρου με λέξεις, όταν πρέπει να γίνει, μπορεί να γίνει πολύ καλά και με παιδικό ακόμα λεξιλόγιο (περνάω/δεν περνάω, ανεβαίνω/κατεβαίνω, βλέπω/δεν βλέπω/, ψηλό/χαμηλό, σκληρό/μαλακό, φωτεινό/σκοτεινό κλπ.), όταν θέλεις ντε και καλά να μιλήσεις για την ταξική πάλη, ή την επιστροφή στη φύση ή το μεταστρουκτουραλισμό, πρέπει να περάσεις σε άλλο επίπεδο. Πόσο μάλλον όταν πρέπει να μιλήσεις για την ένταξη στην πόλη, που περιέχει τα πάντα. Μέσα στα πλαίσια των σχολών, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πόσο πολύ περιπλέκονται τα πράγματα. Με το μπετόν είσαι ειλικρινής, με τις πέτρες έλληνας, με τα μαρούλια οδοντίατρος κλπ. Η συγκεκριμένη υπερβολή με τα κεραμίδια (τα οποία όντως σπανίζουν πια στην Αθήνα, ακόμα και στο υποβαθμισμένο Μεταξουργείο, στο οποίο κανείς μέχρι τώρα δεν ήθελε να γκρεμίσει για να χτίσει, επειδή η πολυκατοικία θα έμενε απούλητη) μου θυμίζει την εμμονή των δημάρχων με το "πράσινο", στα πλαίσια κάποιου εξωραϊσμού της δύσκολης πόλης, χωρίς όμως να μπαίνουμε σε βαθιά νερά. Οποιοσδήποτε αδόμητος χώρος βαφτίζεται "πράσινο". Ένα παρτέρι να μπει, λέγεται "πράσινο". Και όταν γεμίζουμε τον τόπο με κάγκελα ή φιλοδοξούμε να βάλουμε την υπογραφή μας σε όλα τα περίπτερα σε κάθε γωνία ολόκληρου του δήμου, τα κάνουμε πράσινα. Επειδή μας χτυπάει κάποιες ρομαντικές χορδές. Άλλο όμως τί φαίνεται ή τί θέλει να φαίνεται και άλλο τί είναι. Έτερον εκάτερον, που είχε πει και κάποιος άλλος. Μέσα στη σύγχυση σπάνιου/ασυνήθιστου και καινοτόμου/εναλλακτικού (πόσο μάλλον ανατρεπτικού) κινείται και η αξιολόγηση άλλων προτάσεων στο άρθρο. Από τα μυστηριώδη [sic] ανοίγματα και τους σπαστούς πύργους μέχρι τον φρέσκο μοντερνισμό. Σαν τα αγγουράκια.
Για να έρθουμε επιτέλους στο επίμαχο. Την κάλυψη του τρίτου βραβείου, που κατηγορήθηκε, σε ιδιαίτερα σοφολογιότατη γλώσσα, για την "χρωματική και ογκοπλαστική φλυαρία" του. Γενικά, η κριτική της αρχιτεκτονικής (συγκεκριμένα, των κτιρίων, όχι του ευρύτερου πλαισίου τους) είναι πολύ δύσκολη, επειδή δεν είναι δυνατόν πια να διατηρεί την επίφαση μιας αντικειμενικής βάσης, όπως γινόταν κάποτε (μπορούσε λ.χ. κάποιος να κρίνει ή να κατακρίνει ένα κτίριο για τις αναλογίες του, τη σχέση πλήρων και κενών, την πιστότητα ή και την ευρηματικότητα στην τήρηση των ρυθμών του Βιτρούβιου κ.α.). Σήμερα, όταν κάτι μας αρέσει και δεν ξέρουμε ή δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να πούμε γιατί, το λέμε "ενδιαφέρον". Και όταν κάτι δεν μας αρέσει, και δεν θέλουμε να μιλήσουμε καθόλου για αυτό αλλά είμαστε για κάποιον λόγο υποχρεωμένοι να μιλάμε και πιθανόν για πολλή ώρα, το λέμε "φλυαρία" (…μέχρι τώρα έχω φθάσει τις 3858 λέξεις, επειδή όταν είδα "φλυαρία" στο άρθρο, πήρα ανάποδες και ένιωσα την ανάγκη – για μένα - να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά). Για να μην φλυαρούμε άλλο, έχω πολύ καλά θεμελιωμένες υποψίες ότι ο λόγος που δεν άρεσε στον Μέμο Φιλιππίδη η πρόταση προς υλοποίηση δεν είναι άλλος από το ότι έγραφε "Μπίρης" παντού επάνω της. Και δεν το έλεγε με το όνομά του, λες και κάτι θα γινόταν. Τρομοκρατία; Κι όμως, στο διαγωνισμό ήταν μόνο σύμβουλος. Δύο αρχιτέκτονες γύρω στα δέκα χρόνια νεότεροι από τον Φιλιππίδη (και τριάντα από τον Μπίρη) το σχεδίασαν. Ο Τάσος Μπίρης είναι καθηγητής στην Αρχιτεκτονική της Αθήνας, και είναι από τις προσωπικότητες εκείνες που ξεσηκώνουν. Επειδή έχει μεγάλη συγκρότηση, έντονο λόγο και τεράστιο έργο πίσω του (και χτισμένο και διδακτικό), η γραμμή του είναι πολύ συγκεκριμένη και εντελώς αναγνωρίσιμη. Σε σημείο να φαίνεται ότι πνίγει οτιδήποτε άλλο πάει να φυτρώσει εκεί κοντά – σαν τα μεγάλα δέντρα που ρίχνουν και πολύ μεγάλη σκιά στο έδαφος. Δεν βοηθάει και η συμπεριφορά του, είναι απόλυτος και επιθετικός, και όταν δεν έχει πήξει και λίγο το μυαλό σου, δεν μπορείς να του πας εύκολα κόντρα. Αλλά είναι ένα σταθερό σημείο απ' όπου μπορείς να πιαστείς, σε ένα περιβάλλον όπου όλα είναι ρευστά και αναδιπλωμένα. Τί παραπάνω να ζητάς από έναν δάσκαλο, μακροπρόθεσμα; Η δουλειά του φαίνεται στη δουλειά των μαθητών του με την πρώτη ματιά. Για κάποιον που κρίνει τα πράγματα σε επίπεδο εικονογραφικό, η συνύπαρξη με έναν Μπίρη πρέπει να είναι μαρτύριο. Και όταν από εικοσάρηδες βλέπει να γίνονται τα ίδια, πρέπει να είναι εξοργιστικό. Τελεία. Τα υπόλοιπα, είναι φλυαρίες. Μπράβο στα παιδιά. Ήθελε μεγάλη τόλμη για να εκτεθούν έτσι. Και μόνο από την τόλμη αυτή γίνονται κάποτε και οι μεγάλες ανατροπές. Και πιστεύω ότι μία ανατροπή, ήδη έγινε:
Επίλογος
Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο στους "πρωτοπόρους" της γενιάς της Τσιγαρίδα (να μην πω για τους νεότερους) είναι το ανομολόγητο απολιτίκ τους, που πάει να κρυφτεί πίσω από ογκώδη κείμενα με περιεχόμενο ασαφές (…"διττό") και γλώσσα περίτεχνα δύσκολη, επειδή η απουσία πολιτικής τοποθέτησης από αυτούς ακόμα πρέπει να θεωρείται ντροπή. Δηλαδή είναι "πιο διανοουμενίστικοι". Η ριζοσπαστική αρχιτεκτονική, από τον Ledoux μέχρι τους Ρώσους και τα CIAM, πάντα συνοδεύεται από στρατευμένη επαναστατική ρητορεία, μανιφέστα, κοινωνιολογικά σχόλια, μελλοντολογίες και άλλα τέτοια. Στη γενιά μετά το '68 επικρατεί πολύ μεγάλη σύγχυση. Από τη μία, φαίνεται ότι διατηρούνται ακόμα στην παιδεία της αρκετά (κακοχωνεμένα) κατάλοιπα του προπολεμικού Μαρξισμού όπως αυτός βρήκε το δρόμο του μέσα στα κείμενα, τα σχέδια και τα κτίρια του Μοντέρνου Κινήματος. Η κριτική του Μοντέρνου μετά τον πόλεμο, την οποία επίσης πρόλαβαν να έχει καταλάβει τη θέση της μέσα στα πανεπιστήμια, έδωσε εξαιρετικά κείμενα, αλλά κτίρια δύσκολο να αναπαραχθούν μαζικά μέσα στα πλαίσια μιας "σχολής" ή ακόμα περισσότερο ενός "κινήματος", πόσο μάλλον να προκαλέσουν περαιτέρω συζήτηση. Εξέλιπε το στοιχείο της πρόκλησης – για την οποία πιστεύω τελικά ότι απαραίτητο συστατικό είναι η συλλογικότητα. Μετά άρχισε η κάτω βόλτα. Επειδή η μόνη γόνιμη και εξελίξιμη (άμεση, αρχιτεκτονική) κληρονομιά που υπήρχε ήταν το Μοντέρνο (…μια και στη συνέχεια τα κτίρια ανακάλυψαν την κειμενικότητά τους και τα πήρε ο διάολος), οι αρχιτέκτονες προβολής άρχισαν να αναπαράγουν τα χειρότερα από τα χειρότερα των δεκαετιών του '20 και του '30, κατά τρόπον προκλητικό και ολίγον πανκ, σίγουρα όμως κοντόφθαλμο και μπλαζέ. "Nieuw!!". Τα εμφανιζόμενα ως τα πιο κριτικά και πιο ανανεωτικά μυαλά, μελέτησαν καλά τους τρόπους που βγαίνει μια πετυχημένη πρωτοπορία, τους κατάλαβαν, αγνόησαν τα αποτελέσματα, και πούλησαν ξαναζεσταμένο το περιεχόμενο, όχι ακριβώς με ιλουστρασιόν περιτύλιγμα, αλλά πιο πολύ σε cheap art, που είναι και πιο urban. Το αποτέλεσμα; Οι πόλεις εξακολούθησαν να "πάσχουν", αλλά απέκτησαν πληθώρα γκάτζετ στις υποβαθμισμένες κεντρικές περιοχές τους, οι οποίες προοδευτικά άδειασαν από τους κατοίκους τους, που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις πιέσεις ενός εξαιρετικά επιθετικού art crowd και των συμπαρομαρτυρούντων. Πού πήγαν – laissez passer, laissez faire. Το ενδιαφέρον τελικά μετατοπίστηκε στην Κίνα. Η επιχειρηματική κίνηση της ΓΕΚ στο Μεταξουργείο ήταν η πρώτη αντίστοιχη που πήγε να γίνει πετυχημένα στην Αθήνα. Και τελικά η ίδια εταιρεία επέλεξε να χτίσει τη μόνη πρόταση που δεν τη φαντάζομαι να κατοικείται μόνο από γκαλερίστες, ηθοποιούς και διαφημιστές. Ο λόγος – βρέθηκαν δύο νέοι αρχιτέκτονες κάτω από 30 να προτείνουν έναν εναλλακτικό τρόπο κατοίκησης για τα Μεταξουργεία που έρχονται. Η γενιά αυτή κατηγορείται συχνά για συντηρητισμό, για επιστροφή σε θεούς και δαίμονες, και όσον αφορά τις πρωτοπορίες, είτε για καταναλωτισμό είτε για μιζέρια. Μήπως τελικά έχουμε μεγαλύτερη διαύγεια και υπομονή; Έχουμε μεγαλώσει σε ένα πλαίσιο που οπωσδήποτε μας έχει κάνει αρκετά κυνικούς – μια μικρομέγαλη τριτοκοσμική πόλη που είναι εκτεθειμένη και διασυνδεδεμένη όσο ποτέ άλλοτε με τον κόσμο, χωρίς όμως ιστορικό βάθος και μεγάλη διεθνή σημασία, με τους μικροαστούς μετανάστες της να δίνουν ακόμα τον τόνο, αλλά ταυτόχρονα μια πόλη που ακόμα ονειρεύεται, όλο και πιο πολύ. Και βράζει. Δεν ξέρω ακόμα εάν ο δρόμος προς την αλλαγή είναι οι επιθετικές στρατηγικές ή μια γενικευμένη προσπάθεια για βελτιωμένη ποιότητα ζωής, στα μικρά, καθημερινά πράγματα. Η οποία όμως εξαπλώνεται, και τότε η αλλαγή είναι βαθιά. Άλλωστε, όταν για εργαλείο της αλλαγής έχεις την αρχιτεκτονική και όχι μια δικτατορία, τα πράγματα άντε να μπορείς να τα αλλάξεις σε μια πολυκατοικία, ή στις πλατείες, ή τα πεζοδρόμια. Μέχρι εκεί φτάνουμε. Αλλά δεν είναι λίγο. Τα επαναστατικά οράματα είναι ωραία. Αλλά δεν είναι κακό να αναζητάμε και μια προεργασία από τους παλιότερους, όπου αυτή έχει γίνει, με πολύ ενθουσιασμό και πολύ κόπο. Μπορεί να μας φαίνεται λίγο παλιομοδίτικη, έχει όμως βάθος και γι' αυτό σηκώνει τεράστια κριτική – πράγμα που την κάνει ναείναι εξελίξιμη. Όσα δεν πέτυχε προς όφελος της σύγχρονης κοινωνίας το Bauhaus, τα πέτυχε το ΙΚΕΑ.
Συγχαρητήρια στα παιδιά για το πόσο διαφορετική τροπή έδωσαν σε μια πορεία που έμοιαζε προδιαγεγραμμένη. Σας αγαπάω και τους δύο.
(...περισσότερα)
Ο αστικός μύθος της Ομόνοιας.
Η Ομόνοια είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση πλατείας. Ειδικά για τους αρχιτέκτονες, φαίνεται να είναι συνδεδεμένη με μια κατάρα, που παίρνει διαστάσεις urban legend, με την πιο κυριολεκτική σημασία. Οποιαδήποτε απόπειρα σχεδιασμού της Ομόνοιας, είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων όχι απλώς να "αποτύχει", αλλά και να καταλήξει σε εξευτελισμό, για οποιονδήποτε διανοήθηκε να αναμιχθεί. Δεν αποκλείεται, σε κάποια στιγμή, ένα από εκείνα τα εκπληκτικά περιοδικά που βρίσκει κανείς στο μαγαζάκι του ΗΣΑΠ, να γράψει για τις άγνωστες Πυραμίδες της Αθήνας, και τα τρένα που ενόχλησαν τις μούμιες.
Η μοίρα της πιο πρόσφατης ανάπλασης είναι ενδεικτική. Το 1998, στα πλαίσια της "Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας", προκηρύχθηκε διαγωνισμός, τον οποίο κέρδισε η αρχιτεκτονική ομάδα των Βοζάνη, Δεσύλλα, Κατσίκα και Τσιατά. Τα 3D στις εφημερίδες ενθουσίασαν, πλημμύρισε ο τόπος στα συνθήματα - "νέοι αρχιτέκτονες", "νέες ιδέες", "επικοινωνιακή πλατεία", "απόδοση στους πεζούς", "αστικός χώρος", "μετάπολη", "μεταπλατεία", "μεταχρήστες", όλα αυτά τα κλούβια, και οι "φορείς" συναγωνίζονταν ποιος θα φανεί περισσότερο δίπλα στα photoshop. Το "όνειδος" θα λάμβανε τέλος. Μπήκαν τα ελενίτ, σκόνη, χαμός, μπήκαν μάρμαρα Καβάλας στο Μετρό, λειτούργησαν ξανά οι κυλιόμενες, μετακόμισαν προσωρινά οι Χρήστες στην 3ης Σεπτεμβρίου και τη Βερανζέρου, εγκαταστάθηκε το συνεργείο και περίμεναν όλοι την πεταλούδα να βγει από το μετακουκούλι.
Τέτοιες προσδοκίες είχε να θρέψει η Ομόνοια από το '60. Μετά τη λάιλαπα του Εμφυλίου και την ολοκληρωτική κατάρρευση των δομών της Επαρχίας, συνέρρευσαν στη Αθήνα πλήθη μεταναστών, και η Ομόνοια ήταν ο σημαντικότερος τόπος για την προοδευτική αστικοποίησή τους. Ενεχυροδανειστήρια για ρευστό, μικρομαφίες, παραγοντίσκοι, καφενεία, πιάτσες για περιστασιακούς οικοδόμους, φτηνά ξενοδοχεία και εστιατόρια, μαγαζιά πρώτης ανάγκης... Τέτοια. Στην Ομόνοια λειτούργησαν με τρόπο φυσικό τα δίκτυα για την ένταξη ενός τεράστιου πλήθους ξένων στη ζωή της πόλης, και από εκεί γινόταν η τροφοδοσία της Αθήνας με νέους κατοίκους, καθώς και η διανομή τους, σε περιοχές κατοικίας ειδικά χτισμένες για μετανάστες. Αυτή η κατάσταση, οπωσδήποτε, δημιούργησε στην περιοχή μια εκτεταμένη εικόνα "υποβάθμισης", καθώς οι δραστηριότητες στην περιοχή της πλατείας ήταν για τους παλιότερους Αθηναίους "ανοίκειες", το ίδιο και οι άνθρωποι. Και τότε ήρθε ο σχεδιασμός, και ανέλαβε να κατασκευάσει ένα νέο περιβάλλον ώστε να οικοδομηθεί εκεί η (κοινωνική, πλέον) Ομόνοια. Με πολιτική πρωτοβουλία, η επιφάνεια της πλατείας επανασχεδιάστηκε, στο κέντρο της βρέθηκε να δεσπόζει ένα περίοπτο σιντριβάνι με πρωτοποριακά λοξούς πίδακες νερού, και το "προβληματικό" πλήθος εκτοπίστηκε στις παρειές της. Εκεί κυριάρχησαν οι κυλιόμενες σκάλες του ΗΣΑΠ, οι πρώτες στην Ελλάδα, στις οποίες καθημερινά γινόταν λαϊκό προσκύνημα, με τον ίδιο ενθουσιασμό, τόσο από τους παλιούς όσο και από τους νέους Αθηναίους - μέχρι φυσικά να χαλάσουν. Το σκηνικό συμπληρώθηκε με την ανέγερση πολυόροφων, σύγχρονων κτιρίων γραφείων, που σχεδιάστηκαν από γνωστούς και αναγνωρισμένους αρχιτέκτονες της εποχής, και εκεί εγκαταστάθηκαν τράπεζες, ξενοδοχεία και αεροπορικές εταιρείες. Η φαντασμαγορία της νέας Ομόνοιας αποτυπώθηκε σε πλήθος ελληνικών ταινιών, πολλές από τις οποίες ξεκινούν με εντυπωσιακές νυχτερινές λήψεις της περιοχής. Λεπτομέρειες δεν φαίνονται, κυριαρχούν όμως οι φωτισμένοι πίδακες, η κυκλοφορία των αυτοκινήτων, οι μοντέρνες προσόψεις και οι επιγραφές νέον. Φετίχ, για το σύνολο του πληθυσμού της πόλης. Παλιοί και νέοι για λίγο ένιωθαν δικαιωμένοι. Το κέντρο της πλατείας βέβαια δεν ήταν ακριβώς πλατεία, αλλά λίμνη, όμως βρήκε κι αυτό τη χρήση του: μετά από κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα, οι οπαδοί της ομάδας που είχε κερδίσει έπεφταν μέσα, ενώ γύρω στο δρόμο κόρναραν τα αυτοκίνητα, κάνοντας κύκλους. Φυσικά οι μοντέρνες εικόνες σε κάποια στιγμή παλιώνουν, και έτσι συνέβη και με την περίπτωση της Ομόνοιας. Η γνωστή κατάρα ξύπνησε, τα εντυπωσιακά κτίρια μαύρισαν από τα καυσαέρια, η πλατεία υποβαθμίστηκε ξανά, από αγαπημένο σκηνικό των νεαρών μηχανικών μετατράπηκε σε μέρος προς αποφυγή, και έμεινε να περιμένει την επόμενη αναμόρφωση.
Η ακόμα παλιότερη μορφή της πλατείας κρατούσε από άλλα τριάντα χρόνια πριν, τη δεκαετία του ’30, μετά τη "Μικρασιατική Καταστροφή", και την αμέσως προηγούμενη πλημμύρα κόσμου στην Αθήνα. Με εκείνη την ομογενοποίηση, ήταν η πρώτη φορά που η Ομόνοια έγινε κυκλική και απέκτησε υπόγειο σταθμό του Ηλεκτρικού, ο οποίος αντικατέστησε τον Τροχήλατο του Τρικούπη. Το πρωτοφανές αυτό έργο υποδομής, καμάρι της κυβέρνησης, έφερε την Ομόνοια στον πυρήνα ενός νεύρου που ένωνε το Λιμάνι του Πειραιά και τις ακριβές περιοχές κατοικίας στα Βόρεια προς την Πατησίων με το κέντρο της Αθήνας. Ενώ η πλατεία υπήρχε ως δημόσιος κήπος από την εποχή του Όθωνα (και μάλιστα είχε από τότε ονομαστεί πλατεία Ομόνοιας, μετά τα επεισόδια της 3ης Σεπτεμβρίου), ήταν ίσως η πρώτη φορά που η Ομόνοια βρισκόταν συνδεδεμένη με τέτοιον τρόπο με το σύνολο της πόλης. Ενώ διατήρησε το χαρακτήρα αναψυχής που είχε και στο παρελθόν, η μορφή που της υπαγορεύθηκε να πάρει το ’30 κορυφώθηκε και έλαμψε σε ένα παροιμιώδες κιτς: για να διατηρηθεί ο "κλασικός χαρακτήρας" της πλατείας, οι εξαερισμοί του Ηλεκτρικού μασκαρεύτηκαν σε εννέα ψηλούς Ιωνικούς κίονες, πάνω στους οποίους βρίσκονταν ισάριθμα αγάλματα των εννέα Μουσών – από αυτές που είχαν επιστρέψει στην κοιτίδα τους. Η μία νομίζω δεν ήταν εξαερισμός, απλώς Μούσα. Η επιλογή προκάλεσε στην εποχή της τόσα γέλια όσο και πονοκεφάλους. Το ίδιο κιτς, βέβαια, θα ήταν και η επόμενη ανάπλαση της Ομόνοιας, το ’60. Ελληνικούρες μπορεί να μην είχε, παρέμενε όμως ιδεώδης πλατεία προς φωτογράφηση ή κινηματογράφηση και ανάρτηση διαφημίσεων. Ο "επίσημος" σχεδιασμός ερχόταν και αυτή τη φορά να επέμβει στο παρόν, προβάλλοντάς το σε κάποιο σχεδιασμένο και προδιαγεγραμμένο μέλλον, αντί για το σχεδιασμένο παρελθόν της πλατείας του ’30. Σε κάθε περίπτωση πάντως, επιχειρούσε να διαφημίσει μια "ρήξη", ενώ αυτό που τον απασχολούσε και τον τροφοδοτούσε ήταν να την αφομοιώσει μέσα σε μια σχεδιασμένη "συνέχεια".
Με την ανάπλαση της δεκαετίας του ’90, η δύστροπη πλατεία εξακολουθεί βεβαίως να αντιστέκεται στον ευπρεπισμό. Στην υποβαθμισμένη Ομόνοια, με τους Αλβανούς (συνειδητά, αυτή τη φορά) μετανάστες και τους ναρκομανείς, η ιστορία του ’30 και του ’60 ξανά επαναλαμβάνεται, και ξανά ως φάρσα. Πριν απομακρυνθούν τα ελενίτ, είχε προκληθεί διάχυτος ενθουσιασμός με την αποκατάσταση των όψεων στα γύρω κτίρια – για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια φάνηκε ότι τα μοντέρνα κτίρια του ’60 είχαν ωραία υλικά, χρώματα, υφές, και μια μεγάλη ομορφιά δική τους, που στεκόταν δίπλα στα γενικώς αποδεκτά "νεοκλασικά", αυτόνομα και ισάξια. Το ένα μόνο του Κιτσίκη την πάτησε, και θα ήταν από τα πιο ωραία, το ντύσανε παντού με πανέλα, και τώρα στεγάζει πολυκατάστημα ειδών μακιγιάζ με καφετέρια στην ταράτσα και είναι γελοίο. Στο κέντρο της όψης του συνήθως φιλοξενεί μεγάλα πανώ με μεταεικαστικές μεταπαρεμβάσεις. Οιωνός για το τί ετοιμαζόταν στη μεταπλατεία.
Το πρώτο δείγμα της μεταπλατείας φάνηκε στο δάπεδό της γύρω από τις εξόδους του μετρό, εκεί όπου είχε βάλει ο Έβερτ να φυτέψουν τους φοίνικες. Γκρίζο ρε παιδί μου, πώς είναι έτσι, άσε που βρωμίζει αμέσως. Μερικές πλάκες είχαν ήδη σπάσει. Διακριτικό touch με αναφορές στην Αθήνα του ’60 το ένθετο χυτό μωσαϊκό με τα πολύχρωμα πετραδάκια. Το υλικό είναι εξαιρετικά δημοφιλές στη γενιά των αρχιτεκτόνων 30-something και το μεταχειρίζονται με μεγάλη τρυφερότητα, αποπνέει ιστορία χωρίς να είναι μάρμαρο. Το βάζει και ο Koolhaas. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήθελε να υποδηλώσει τη σχέση της Αθήνας με τη θάλασσα ή κάτι τέτοιο. Όχι με τα βότσαλα, με τον Πειραιά. Ίσως και με τη Βαρκελώνη. Μπορεί και να είχε πολλαπλούς συμβολισμούς, δεν ξέρω. Η προσωπική μου αγωνία ήταν οι φωτεινές γραμμές που θα έκοβαν την επιφάνεια το βράδυ, αυτές δεν τις έβλεπα πουθενά. Τελικά ησύχασα όταν είδα ένα συνεργείο με δισκοπρίονα να χαράζει ευθείες στα πάντα, πλάκες και μωσαϊκό μαζί. Εκεί μπήκαν τα φώτα, με κάτι χοντρές μεταλλικές μπορντούρες που στην αρχή δεν μου άρεσαν καθόλου, μετά όμως σκέφτηκα ότι ήταν για να γυαλίζουν και τη μέρα, και περίμενα κάθε βράδυ μήπως και τα ανάψουν, δοκιμαστικά. Κάτι μυστήριο συνέβαινε βέβαια, αλλού είχε φώτα, αλλού δεν είχε, αλλού τελείωναν περίεργα, δεν πειράζει, θα τα φτιάξουν μετά. Και θα τα ανάψουν. Στο μεταξύ, έγινα μάρτυρας της πρώτης επίσημης αποκαθήλωσης κάγκελων Αβραμόπουλου (έχω κρατήσει στο σπίτι για σουβενίρ μια χρυσή φουντίτσα που ξεκόλλησε με το πέσιμο, τρία κιλά η καθεμία ζυγίζει, είναι όλες μασίφ) και της αντικατάστασής τους με κομψά μεταλλικά κυλινδράκια. Μπήκαν και οι προβολείς με μείωση της διατομής προς τα πάνω, αυτό ήταν, τελείωσε, η πλατεία του Sants με τα φωτιστικά της Barceloneta στην Αθήνα. Και μετά έφυγαν τα ελενίτ, έφυγαν και οι εργάτες, και δεν ξαναήρθαν.
Σοκ και δέος. Το video wall το ήξερα ότι δεν θα έμπαινε (υπήρχε και ένας έντονος προβληματισμός στην ακαδημαϊκή κοινότητα για το τί είναι δέον να προβάλλει, κάτι για κονστρουκτιβισμό λέγανε), για τα γυάλινα στέγαστρα στο Μετρό ώστε να βρίσκονται σε αρμονία με τα ασανσέρ το ίδιο είχα ακούσει. Τα φώτα στο δάπεδο όμως; Γιατί αλλού έχει και αλλού δεν έχει; Καλά, δεν πειράζει, μπορεί να αλλάζει ο εργολάβος, θα τα συνεχίσουν και θα τα ανάψουνε σε κάποια στιγμή να τα δω επιτέλους πώς είναι τα ρημάδια, εδώ έχει μείνει όλη η πλατεία ασκούπιστη και ξεκολλάνε οι πλάκες. Μετά άρχισα να ψάχνω τις λεπτομέρειες. Το ξύλινο δάπεδο τελικά είχε μπει, φαινόταν αν πήγαινε κανείς πολύ κοντά, αλλά ήθελε σφουγγάρισμα. Στη θέση τους και οι κερκίδες θέασης της Ακρόπολης από την Αθηνάς, λίγο ξέμπαρκο το αντικείμενο, αλλά ήταν από ωραίο πελεκητό μπετόν. Στα ενδότερα τώρα. Το σιντριβάνι καλό φαινότανε, σαν τα στραβά του Μωραϊτη, και είχε και ωραία φωτάκια στο δάπεδο (...θα τα άναβαν σε κάποια στιγμή;). Υαλότουβλα δεν είχε, αλλά δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς με είχε προβληματίσει το ότι στο μετρό στην Ομόνοια δεν είχε κανένα εργοτάξιο στη θέση όπου θα έπρεπε να γίνει η τρύπα, οπότε μάλλον πάει κι αυτό. Το πιο ακατανόητο για μένα ήταν εκείνο το μεγάλο σήκωμα στη μεριά της 3ης Σεπτεμβρίου, αυτό δεν μπόρεσα να το ερμηνεύσω κάπως. Μετά γύρισα πίσω και είδα ένα θεόρατο έργο τέχνης του Ζογγολόπουλου, μάλλον με θέμα τον τετραγωνισμό του κύκλου, το οποίο ήταν τοποθετημένο μέσα σε ακανόνιστου σχήματος γούρνα χωρίς απορροές (ναι, τελευταίο το πρόσεξα, ίσως επειδή δεν το θυμόμουν από τα σχέδια). Η καθοριστική στιγμή όπου συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα είναι τελείως σκατά ήταν όταν αντί για την πλατεία άρχισα να βλέπω τον κόσμο που σταματούσε και κοίταζε αποβλακωμένος.
You’ve never got a second chance to make the first impression. Και άμα μετά το πιάσουνε και οι δημοσιογράφοι, δεν σώζεται με τίποτα. Η κριτική που έγινε από τον τύπο και τους εξαρτώμενους από αυτόν δημόσιους φορείς κινήθηκε στα όρια του χυδαίου, με αποκορύφωμα μία αισχρή συνέντευξη του Προέδρου της ΕΑΧΑ, Ι. Καλαντίδη, δημοσιευμένη στην "Καθημερινή" (9.3.2003), αρκετό καιρό μετά τα άδοξα αποκαλυπτήρια. Η ελεγεία συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Η αρχιτεκτονική ομάδα αντέδρασε σπασμωδικά, έπεσε στην παγίδα να εμπλακεί στο δημόσιο διάλογο με όρους εφημερίδας, και επέρριψε τις ευθύνες "στον εργολάβο", με ολίγη από την κακιά τη μοίρα, καθώς οι μόνοι ίσως άνθρωποι του τεχνικού κόσμου που είναι για τις εφημερίδες πιο μισητοί από τέσσερις νεαρούς που σχεδίασαν μια πολύ κεντρική πλατεία, είναι "Οι Εργολάβοι". Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι υπόλοιποι συνάδελφοι αντίστοιχης ηλικίας και αντίστοιχων φρονημάτων, οι οποίοι γνώριζαν πως ήταν και αντίστοιχα ευάλωτοι. Δεν το έπαιξαν καλά και έχασαν. Οι επεμβάσεις του κατασκευαστή και διαφόρων εγκάθετων στη μελέτη περιγράφονται εμπεριστατωμένα εδώ και δεν έχει νόημα να επεκταθούμε προς αυτήν την κατεύθυνση.
Άκουσα πολλή κριτική για την Ομόνοια και από αρχιτέκτονες, την οποία φυσικά πήρα από την αρχή πολύ πιο σοβαρά, επειδή δεν υπήρχε κανένας λόγος για λαϊκισμούς. Η πλατεία ήταν όντως κακοσχεδιασμένη – προσπαθούσε να πει τα πάντα σε ένα μέρος όπου τα ζητούμενα ήταν συγκεκριμένα κι ας μην είχαν γίνει από την αρχή ξεκάθαρα (…μια "μοντέρνα πλατεία", ακριβώς όπως και ακριβώς όσο του ’60, μόνο με πιο σύγχρονο "λεξιλόγιο" και κάτι - οικονομικά - φανταχτερό και να φέρνει σε Βαρκελώνη επειδή έχουμε και Ολυμπιακούς), και επιπλέον, το βάθος της επέμβασης ήταν τόσο ρηχό και οι προοπτικές τόσο περιορισμένες ώστε δεν υπήρχε λόγος να γίνουν τα πράγματα πολύπλοκα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια συνέντευξή της λίγο μετά τη βράβευση, η μελετητική ομάδα δήλωσε πως αρχικά ήθελε να σχεδιάσει μία έκταση "εντελώς άδεια" - ίσως επειδή τα μέλη της γνώριζαν από την αρχή πως ήθελαν να καλύψουν τα πάντα. Επιπλέον, φάνηκαν να είναι ιδιαίτερα αρνητικοί στην προοπτική ενίσχυσης των φυτεύσεων, όχι ακριβώς επειδή αυτό είναι σχεδόν αδύνατο στο συγκεκριμένο μέρος όπου στο υπόγειο βρίσκεται σταθμός του μετρό, αλλά επειδή ήθελαν να ξεφύγουν από κάποια "πλατεία του χωριού" [sic] που είχαν απωθήσει κάπου στο μυαλό τους (και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι απολύτως μέσα στο πνεύμα της Ομόνοιας, αν ήθελε κανείς να σεβαστεί την ανομολόγητη ιστορία της χωρίς να προτείνει μια ρήξη). Αυτό δεν είναι μόνο φιλολογική άποψη – στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Sants, στη Βαρκελώνη, σχεδιάστηκε το 1986 από την ομάδα A. Viaplana / H. Piñon μία τέτοια "άδεια" πλατεία, σε πολύ πιο έκκεντρη και ασαφή περιοχή της πόλης, η οποία όμως παρέμεινε "άδεια" από την αρχή ως το τέλος, και ο σχεδιασμός περιορίστηκε σε πολύ διακριτικές εντάσεις της προοπτικής του ανθρώπινου ματιού με την κατάλληλη τοποθέτηση των στοιχείων του εξοπλισμού (στέγαστρα, φωτιστικά, καθίσματα), καθώς και την υπόμνηση της απροσδιοριστίας του κενού χώρου με μερικά πανέξυπνα στοιχεία νερού, το οποίο χύνεται στο έδαφος και βρίσκει μόνο του το δρόμο του, μέχρι να εξατμιστεί. Στη Βαρκελώνη η πλατεία αυτή λέγεται "το ταψί" ή "το βενζινάδικο", ειδικά τα καλοκαίρια, και δεν είναι η αγαπημένη των κατοίκων, αλλά είναι απόλυτα συνεπής ως προς τις αρχές του σχεδιασμού της και έχει μεγάλο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, ως εμπεριστατωμένη και άρτια διατυπωμένη άποψη.
Ο άλλος βασικός άξονας της κριτικής αφορά έναν άξονα – εκείνον που αποτελείται από τις οδούς 3ης Σεπτεμβρίου και Αθηνάς. Αυτού του είδους η κριτική προσπερνά ακόμα και την επιλογή των αρχών σχεδιασμού από τους μελετητές, και μοιάζει να ξεκινάει από "αντικειμενικά κριτήρια" - πράγμα για την κριτική τουλάχιστον ύποπτο. O άξονας αυτός υπάρχει από τα πρώτα πολεοδομικά σχέδια της Αθήνας, και σχεδιάστηκε ώστε να "βλέπει" κατευθείαν στην Ακρόπολη, σύμφωνα με τα πρότυπα του κλασικισμού. Από την Ομόνοια, υπάρχει προς την Ακρόπολη αυτό που στα ξύλινα λέγεται "οπτική φυγή", διαμέσου της 3ης Σεπτεμβρίου και της Αθηνάς. Η λύση, ακριβώς κάθετα επάνω στον άξονα, πρότεινε ένα σιντριβάνι-τοίχο, που κόβει τη θέα. Μάλιστα, για άλλους λόγους, πρακτικούς (...που είχαν να κάνουν με ένα αδέσποτο ασανσέρ του μετρό), η επιφάνεια της πλατείας προς τη μεριά της 3ης Σεπτεμβρίου έπρεπε να ανασηκωθεί κατά δύο περίπου μέτρα, οπότε το Μνημείο Των Μνημείων που βρίσκεται στο βάθος του δρόμου δεν φαίνεται με τίποτα. Η εντονότερη κριτική από τη μεριά αρχιτεκτόνων εντοπίστηκε κυρίως σε αυτό το σημείο (και μετά ξεχείλωσε στα γνωστά περί προβληματικών διαγωνισμών, αρχιτεκτονικής παιδείας κλπ). Η μελέτη δεν είχε αγνοήσει την ιδιαίτερη μετωπική θέα της Ακρόπολης από την Ομόνοια - μάλιστα της έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, έστω και αδέξια, προτείνοντας την κατασκευή εκείνης της φαρδιάς σκάλας που δεν οδηγεί πουθενά, προς τη μεριά της Αθηνάς, ως "καθιστικό" (και η οποία, με δεδομένους τους χρήστες, δεν είναι τυχαίο ότι ονομάστηκε stairway to heaven). Οποιοσδήποτε δημόσιος χώρος έχει κατασκευαστεί στην πρωτεύουσα όμως, είτε κτίριο είναι είτε πλατεία, και τα διακόσια περίπου χρόνια που υπάρχει η πόλη, έχει δεχτεί κριτική για την "προβληματική" σχέση του με τον Παρθενώνα, οπουδήποτε και αν βρίσκεται, και φυσικά η Ομόνοια δεν μπορούσε να εξαιρεθεί από την τυπική αυτή διαδικασία. Η κατάρα της Ομόνοιας λοιπόν δεν φαίνεται να έχει τόσο σχέση με μούμιες, όσο με τους Αρχαίους Ημών Προγόνους, και όχι αποκλειστικά με την Ακρόπολή τους.
Ένα ενδεικτικό περιστατικό συνέβη πέρσι το καλοκαίρι τέτοιον καιρό, στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Αθήνας. Καθηγητής της Σχολής, φορέας μεγάλης οικογενειακής παράδοσης και ονομαζόμενος "θεός", με τον ίδιο περίπου τρόπο που ονομαζόταν θεός ο εκσυγχρονιστής Πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν και μετά τη Χούντα (και του οποίου Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. υπήρξε για ένα διάστημα ο πατέρας του καθηγητή, επίσης αρχιτέκτονας και καθηγητής του Πολυτεχνείου), διόρθωνε μία εντυπωσιακή διπλωματική με θέμα μια ανάπλαση στο Λιμάνι του Πειραιά. Ο (εξαιρετικά ταλαντούχος και σχετικά trendy) φοιτητής είχε σχεδιάσει μεταξύ άλλων μία υπερυψωμένη κατασκευή, η οποία, από το επίπεδο της προβλήτας, μάλλον έκρυβε το λόφο με τα Μακρά Τείχη προς το Κερατσίνι. O Καθηγητής εξανέστη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο και άρχισε να ωρύεται, ώστε να ακούγεται σε ολόκληρη την αίθουσα και ίσως και παραέξω. Ο φοιτητής είχε προσβάλει τη Μνήμη με τρόπο υπερφίαλο, και ήταν σχετικά trendy. Ακριβώς όπως είχαν κάνει οι σχεδιαστές της Ομόνοιας. "Οι Μαλάκες" - έτσι άρχισε να τους λέει, "τους θυμάμαι εγώ από τότε που ήταν εδω μέσα, τέτοιοι ήτανε και τέτοια θέλανε να κάνουνε". "Που ξεφτίλισαν ολόκληρο τον κλάδο". "Οι Μαλάκες". Λάβρος ο Καθηγητής - και με το δίκιο του, ο άνθρωπος, όπως πάντα. Μόνο τρομερά φωνακλάς, πάλι όπως πάντα - ή τουλάχιστον, όπως τον θυμόμαστε.
Ο Καθηγητής αυτός είναι οτιδήποτε εκτός από τυχαίος. Για την ακρίβεια, είναι ζωντανός φορέας μιας συναρπαστικής παράδοσης: της ζωντανής παράδοσης της Αρχιτεκτονικής - Σχολής - Του - Εθνικού - Μετσόβιου - Πολυτεχνείου, που ανέθρεψε γενιές αρχιτεκτόνων στην Ελλάδα. Η Ψυχή της και το Πνεύμα της, ο σκληρός πυρήνας, όχι τόσο από κληρονομικό δικαίωμα, όπως συχνά κατηγορείται, όσο από κληρονομική υποχρέωση, της οποίας φαίνεται να έχει βαθιά επίγνωση. Γιος, εγγονός, ανιψιός, αδερφός, ξάδερφος και δάσκαλος καθηγητών της Αρχιτεκτονικής, μαθητής "του Δεσποτόπουλου, του Πικιώνη, του Κωνσταντινίδη,...", μαθητής στο Κολλέγιο Αθηνών το '50, γεννημένος σε τέτοιο περιβάλλον και αφοσιωμένος σ' αυτό και στην αναπαραγωγή του μια ολόκληρη ζωή. Δάσκαλος, με κεφαλαίο γράμμα, τόσο για τους αναρίθμητους φοιτητές που περάσαν από τα χέρια του, όσο και για εμάς τους υπόλοιπους. Ζωντανό κεφάλαιο, που πάει σε λίγο να κλείσει, με το μέλλον της κληρονομιάς του υπό αμφισβήτηση. Ενώ ο ίδιος σχεδιάζει σε ένα ιδίωμα ξεκάθαρα ορθολογικό και χωρίς ίχνος γραφικότητας (..."μοντέρνο"), πράγματα που μπορούν να τον κάνουν θηρίο είναι η μη απόδοση της δέουσας σημασίας σε αρχαία κατάλοιπα ή (..."γνήσιες") εκφράσεις του "λαϊκού πολιτισμού", χωρίς ο ίδιος να είναι ούτε κατά διάνοια λαϊκός (πάλι από κληρονομικότητα, θέλοντας και μη, παρ'όλες τις πιθανές προσπάθειες), ούτε βέβαια αρχαίος, επειδή τότε δεν ζούσε. Συμπεριφέρεται, όμως, ως θεματοφύλακας - και αυτό είναι. Αλλά τίνος πράγματος;
H Ομόνοια είναι τόπος άρρηκτα συνδεδεμένος με μία ατέλειωτη διαδικασία αστικοποίησης, χαρακτηριστική για την πρωτεύουσα οποιουδήποτε εθνικού κράτους, και, φυσικά, και της Ελλάδας. Αγροτικής προέλευσης πληθυσμοί από κοντινά ή μακρινότερα μέρη συρρέουν στην Ομόνοια εδώ και διακόσια περίπου χρόνια για να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αθήνα, και στην πλατεία εκδηλώνεται διαρκώς μια σύγκρουση ανάμεσα στις προσωπικές "αποσκευές" τις οποίες φέρνουν μαζί τους, και την "ομόνοια"/ομογενοποίηση που έχει να διεκπεραιώσει η πρωτεύουσα, ως αποστολή. H Ομόνοια επιτυγχάνεται μέσω της επιβολής μιας σειράς προτύπων - ιδεών, συμπεριφοράς, γλώσσας, ακόμα και "αναμνήσεων" - τα οποία αναφέρονται όλα στην ίδια "κεντρική ιδέα" - εκείνη της "συλλογικής ταυτότητας", με την απολύτως κυριολεκτική σημασία. Όταν μιλάμε για "κεντρική ιδέα", μιλάμε αυτόματα για σχεδιασμό, και μάλιστα σχεδιασμό "ανοιχτό" και ευέλικτο σε βάθος χρόνου, για "Μεγάλο Σχεδιασμό". Ο Σχεδιασμός δεν είναι υπόθεση μόνο των αρχιτεκτόνων (...για αυτό δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία): μιλάμε συχνά για πολιτικό σχεδιασμό, ή για οικονομικό σχεδιασμό, ή ακόμα και για το σχεδιασμό της ιστορίας ή του πολιτισμού - πράγματα, δηλαδή, του νεωτερικού κράτους. Η Ομόνοια είναι πεδίο όλων αυτών των σχεδιασμών, οι οποίοι σπάνια συμπίπτουν, και αυτό προκαλεί εντάσεις. H δομή που μοιάζει, πάντως, να παραμένει απαράλλαχτη από την εποχή του Όθωνα και έπειτα, είναι η ακτινική διασύνδεση της πλατείας με την ενδοχώρα (της), και η μετωπική της αναφορά στην Ακρόπολη. Μάλιστα, αν για λόγους εγκυκλοπαιδικούς πάμε ακόμα πιο πίσω, στην περιοχή όπου οι Κλεάνθης - Schaubert και αργότερα ο Klenze τοποθέτησαν την Πλατεία Ομονοίας, συγκεντρώνονταν δρόμοι από την αγροτική περιφέρεια στο σημείο της "Μενιδιάτικης Πόρτας" (ή Γκριμπ Καπουσί ή Πόρτας των Αγίων Αποστόλων), και από εκεί γινόταν η είσοδος στην περιτειχισμένη πόλη της Αθήνας (για περισσότερα βλ. εδώ). Η Ομόνοια είναι κατώφλι.
Ο γεωμετρικός σχεδιασμός που διατρέχει τόσο το σχέδιο Κλεάνθη - Schaubert, όσο και εκείνο του Klenze, αποτελεί συστατικό στοιχείο της νεοκλασικής - ρομαντικής πολεοδομίας, όπως αυτή μορφοποιήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα. Εξίσου συστατικά στοιχεία της αποτελούν και μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά, που είχαν μεν κάνει την εμφάνιση τους σε διάφορες στιγμές από την Αναγέννηση και μετά, τώρα όμως είχαν όλα μαζί διαρθρωθεί σε ένα δομημένο σύνολο. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ο ποσοτικός προγραμματισμός, όταν λόγου χάριν καθορίζουν τον προσδοκώμενο ανώτατο αριθμό των κατοίκων της Αθήνας σε 40.000· ο λειτουργικός προγραμματισμός και η ορθολογιστική χρήση του χώρου, όπως φυσικά και η αναγκαστική ιστορική αναφορά. Η πολεοδομική αυτή σύλληψη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις έννοιες Έθνος, Νόμος, Κράτος και Κυβέρνηση, όπως αυτές αναδείχθηκαν στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Είναι έννοιες της νέας αστικής συνείδησης και βρίσκουν τη συμβολική τους έκφραση ακριβώς στο Άστυ, τη Νέα Πόλη. Η νέα αυτή πόλη πρέπει να είναι αφενός μια ορθολογιστική Πόλη-Μηχανή, με απρόσκοπτη λειτουργία, με το μύθο του απόλυτου ελέγχου και του απόλυτου προγραμματισμού, μια πόλη που λειτουργεί με αποτελεσματικότητα, και αφετέρου μια Πόλη-Κέντρο, Πρωτεύουσα του Κράτους δηλαδή Κέντρο της Εξουσίας, υλικό σημείο συγκέντρωσης πληροφοριών και εκπομπής των διαταγών, αλλά και Συμβολικό Κέντρο της ακτινωτής διάταξης του εθνοκρατικού χώρου. Επιπλέον, οτιδήποτε συγκεντρώνεται στην Ομόνοια διαμέσου των ακτίνων της, "αποδίδεται" στην Ακρόπολη, ομογενοποιείται εκεί μέσα στον άλλο μύθο, εκείνον της συλλογικής ταυτότητας διαμέσου της συνέχειας του Έθνους, και εκπέμπεται ξανά προς την περιφέρεια από την οποία προήλθε, επεξεργασμένο και εξευγενισμένο μέσα στη λαμπρότητα του κλασικού πολιτισμού, "εξελληνισμένο" και αστικοποιημένο (έστω και αν το πρώτο βήμα είναι η μικροαστικοποίηση, από την οποία, για να ξεφύγει κανείς, χρειάζονται πλέον άλλα πράγματα).
Θεματοφύλακας και κινητήρας αυτής της διαδικασίας είναι μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, η οποία αφ'ενός μπορεί (και επιτρέπεται) να συμμετέχει ουσιαστικά στο δημόσιο Σχεδιασμό, και αφ'ετέρου εξασφαλίζει τα μέσα για την αναπαραγωγή και την εξάπλωσή της, με τους δικούς της όρους. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τη λέξη "αστοί", επειδή είναι τρομερά παρεξηγημένη, και γι'αυτόν το λόγο πολλές φορές άστοχη. Πρόκειται πάντως για ανθρώπους άμεσα συνδεδεμένους με τις δραστηριότητες του κράτους, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Τα περί "κλειστής ομάδας", οικογενειοκρατίας κλπ πολύ περισσότερο μοιάζουν με συνθήματα ή με αναφορές σε άλλο πράγμα, παρά με διαπιστώσεις που ανταποκρίνονται στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, χωρίς βέβαια να είναι και ανεδαφικά για πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις. Τα πιο ενεργά και συνειδητά μέλη αυτής της ομάδας όμως έχουν βαθιά συναίσθηση μιας γενικότερης κοινωνικής αποστολής, ακλόνητη πίστη στην ορθότητα του εγχειρήματός τους, και διατηρούν την ομάδα "ανοιχτή", σε όσο το δυνατόν περισσότερα νέα μέλη. Ας τους ονομάσουμε λοιπόν "Εκσυγχρονιστές". Ο "εκσυγχρονισμός" είναι όρος τον οποίο συναντάμε συχνότερα στην πολιτική, ενώ αντίστοιχα το ίδιο πράγμα ονομάζεται στην ιστορία "μετάβαση στη νεωτερικότητα", στην τέχνη "μοντερνισμός" κλπ. Δεν θέλω να αρχίσω να ακούγομαι σαν μαρξιστής, επειδή δεν πιστεύω στην παντοκρατορία της "δυναμικής του συστήματος". Είμαι σίγουρος πως τίποτε δεν προκύπτει νομοτελειακά, παρά μόνον εάν πολλοί άνθρωποι το επιλέξουν, και μάλιστα όχι ακριβώς από τις αναδυόμενες, αλλά τις πιο απομακρυσμένες (...σχεδόν "ξένες") περιοχές της κοινωνίας. Εκεί άλλωστε βρίσκεται η ουσία της αστικοποίησης, ή του "εκσυγχρονισμού".
Στα πλαίσια του εθνικού κράτους, η αστικοποίηση/εκσυγχρονισμός πραγματοποιείται με μία διαδικασία παρόμοια με της αποικιοκρατίας. Το εθνικό κράτος δεν περιορίζεται σε μια οικονομική μόνο διαχείριση, αλλά στηρίζεται εξίσου (αν όχι περισσότερο) σε μία συγκροτημένη και μακροπρόθεσμη πολιτιστική πολιτική, δομημένη γύρω από μία εθνική ιδεολογία. Ενώ διατηρείται η αρχική διάκριση ανάμεσα σε "κέντρο" και "περιφέρεια", οι πληθυσμοί οι οποίοι για διάφορους λόγους μεταναστεύουν στην πρωτεύουσα, ή, δευτερευόντως, εντάσσονται σε σχέσεις εξάρτησης από αυτήν, αφ'ενός καλούνται να υποβαθμίσουν (αν όχι να εγκαταλείψουν) τις δικές τους ιδιαίτερες πολιτιστικές και κοινωνικές παραστάσεις (...χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο φορτίζεται αρνητικά η λέξη "βλάχος"), και αφ'ετέρου να ενταχθούν στο εθνικό mainstream, όπως αυτό εκφράζεται από την επίσημη ιδεολογία με διάφορους τρόπους (ιστορία, γεωγραφία κλπ). Η κεντρική ιδέα και το περιεχόμενο της ιδεολογίας καθορίζεται, βεβαίως, από τους εκσυγχρονιστές, και απλώς αναφέρεται στους υπόλοιπους. Μάλιστα, οι εκσυγχρονιστές προχωρούν σε ένα είδος "φετιχισμού" των πολιτισμικών χαρακτηριστικών των άλλων ομάδων, κρατώντας για τον εαυτό τους το δικαίωμα να τα καταγράφουν, να τα κωδικοποιούν, να τα ερμηνεύουν και να τα διαχειρίζονται, ενώ ταυτόχρονα φέρνουν διαρκώς τις νέες ομάδες σε επαφή τόσο με τον "αστικό" πολιτισμό, όσο και με την επεξεργασμένη μορφή του "λαϊκού", ο οποίος όμως έχει πλέον τροποποιηθεί κατά τρόπον ώστε να εντάσσεται στο Σχεδιασμό και την κεντρική του ιδέα. Το "λαϊκό" μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να διατηρεί μια ακαταμάχητη γοητεία, όμως είναι πλέον άνευρο και έχει χάσει την αυτονομία του - έχει μετατραπεί σε μικροαστικό. Ένας συνειδητοποιημένος και κοινωνικά ευαίσθητος εκσυγχρονιστής δεν μπορεί βεβαίως ο ίδιος να είναι ούτε αγρότης, ούτε εργάτης, ούτε κάτι άλλο παρεμφερές. Θεωρεί όμως ότι πρέπει να υποδείξει στους εργάτες ή τους αγρότες το "αυθεντικό" περιεχόμενο της υπόστασής τους, το οποίο οι ίδιοι ίσως "αγνοούν", και στη συνέχεια να "ταυτιστεί" ο ίδιος μαζί τους, "αντλώντας" περιεχόμενο από αυτούς, ουσιαστικά όμως επιβάλλοντάς κάτι άλλο. Πιο αποτελεσματικό μέσο προς αυτήν την κατεύθυνση είναι οπωσδήποτε η εκπαίδευση, αλλά αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο σχολείο. Αν ως (πολιτισμική) εκπαίδευση θεωρήσουμε τη διαδικασία ταύτισης ενός μεγάλου και ανομοιογενούς πληθυσμού με ένα δεδομένο σύστημα σημείων, αποστολή της εκπαίδευσης στο νεωτερικό κράτος είναι να εμπεδώνει σε αυτόν ακριβώς τον πληθυσμό την κεντρική ιδέα της εθνικής ιδεολογίας, η οποία, για την περίπτωση της Ελλάδας, είναι η αδιάλειπτη συνέχεια και ομοιογένεια του Έθνους από κάποια μακρινή αρχαιότητα μέχρι σήμερα, σε έναν δεδομένο γεωγραφικό χώρο. Μέσα στη γραμμική και προοδευτική αυτή πορεία, πρέπει να περιλαμβάνεται οπωσδήποτε η κλασική αρχαιότητα, και συγκεκριμένα η Αθήνα, επειδή κατ'αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η πολιτισμική σύνδεση του έθνους με κάποια Ευρώπη, η οποία και θεωρείται πηγή κάθε εκσυγχρονισμού.
Η εκπαιδευτική λειτουργία της δημόσιας αρχιτεκτονικής, και μάλιστα εκείνης της πρωτεύουσας, είναι προφανής και αναμφισβήτητη. Η αρχιτεκτονική είναι συνθετική εργασία, και είναι ίσως η εργασία εκείνη η οποία, πιο άμεσα και πιο εύστοχα από οποιαδήποτε άλλη, μπορεί να κατασκευάσει ένα περιβάλλον με αντιληπτικό νόημα για πολύ μεγάλο αριθμό πολύ διαφορετικών ανθρώπων, ακόμα και από το μηδέν. Γι' αυτόν το λόγο, η αρχιτεκτονική μπορεί να έχει τεράστια πολιτική σημασία. Ενώ στην Ελλάδα ακούγεται συχνά ο αφορισμός ότι "δεν υπάρχει αρχιτεκτονική πολιτική", αυτό ισχύει μόνο εν μέρει. Σε κρίσιμες περιόδους, αρχιτεκτονική πολιτική όχι μόνον υπάρχει, αλλά είναι εξαιρετικά συγκροτημένη και εμφανίζει στοιχεία διάρκειας και αντοχής σε βάθος χρόνου. Η επιλογή της νεοκλασικής μορφολογίας για τις νέες κατοικίες στο Ναύπλιο έγινε από τον ίδιο τον Καποδίστρια. Το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο της νέας πρωτεύουσας στην Αθήνα έγινε με ευθύνη της Βαυαρικής αντιβασιλείας, και ήταν βαθιά πολιτική πράξη. Τα δημόσια μέγαρα που χτίστηκαν με έξοδα των "Εθνικών Ευεργετών" την ίδια εποχή έφεραν αυτούσιο τον κλασικισμό του Μονάχου στην Αθήνα, μαζί με του αρχιτέκτονές του, από εκεί. Τότε μπήκαν οι βάσεις για τα πάντα, που κρατήσαν γερά για διακόσια περίπου χρόνια. Αρχιτεκτονική πολιτική θα έχουμε ξανά στην Ελλάδα σε κάθε τριακονταετία "εκσυγχρονισμού", τόσο στην εποχή του Βενιζέλου με το ολοκληρωτικό ξήλωμα της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης και την οικοδόμηση μιας νέας πόλης στη θέση της, με τα πρωτοποριακά σχολικά κτίρια σε όλη την επικράτεια και τα προγράμματα οργανωμένης στέγασης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, όσο και στην εποχή του Καραμανλή με το (ανολοκλήρωτο) νέο Πολιτιστικό Κέντρο - "Αγορά" της Αθήνας, τη διαμόρφωση του περιπάτου στην Ακρόπολη και τα Ξενία. Αρχιτεκτονική πολιτική έχουμε ξανά τη δεκαετία του '90, με τα Ολυμπιακά Έργα της Αθήνας (συγκρότημα ΟΑΚΑ), τις αναπλάσεις της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων και το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Και, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, σε κάθε τέτοιο εκσυγχρονισμό, περιλαμβάνεται και από ένας επανασχεδιασμός της Ομόνοιας - ο οποίος ποτέ δεν μοιάζει να αντέχει.
Στην τελευταία ανάπλαση της πλατείας, η πρόταση που προκρίθηκε στο διαγωνισμό για υλοποίηση έπιασε τα νήματα του εκσυγχρονισμού περισσότερο άγαρμπα από ποτέ, και μάλιστα με ένα θράσος που δεν δικαιολογείται από το αποτέλεσμα (ούτε καν της μελέτης που δεν υλοποιήθηκε). Σε μία αφόρητα δύσκολη πλατεία, επέλεξε τον εύκολο αλλά ολισθηρό δρόμο της εικονογραφίας, κάποιου lifestyle, εξαιρετικά σίγουρη για τον εαυτό της, αλλά εμφανιζόμενη ταυτόχρονα να αγνοεί (και ούτε καν να αρνείται) βασικά, δομικά χαρακτηριστικά, όχι ακριβώς του "χώρου" αλλά του τόπου - της ιστορίας του, της πολυεπίπεδης λειτουργίας του στην πόλη και της κοινωνικής του σύνθεσης. Σχεδίασαν στην Ομόνοια μία διακοσμητική πλατεία, τελευταία λέξη της τελευταίας μόδας, που θα μπορούσε να γίνει οπουδήποτε - εξ'ίσου κακά. Συνέχισαν τη διακοσμητική πλατεία του '60 με άλλη μορφή, διακηρύσσοντας όμως πως "αποδίδουν την επιφάνειά της στους πεζούς", πως "αναδεικνύουν αόρατες σχέσεις" (χωρίς να ενδιαφέρονται καν για τις ορατές παρά μόνο γκροτέσκα), πως την κάνουν "επικοινωνιακή", "αστική", "σύγχρονη", χωρίς όμως να προσπαθήσουν να ορίσουν ή να διαπραματευτούν τους κανόνες της επικοινωνίας, της πόλης ή της εποχής. Δηλαδή κενά συνθήματα. Λαϊκισμός, χωρίς ούτε καν να προσπαθεί να είναι "κάτι το ωραίον", και ταυτόχρονα, ασυνείδητα ελιτίστικη στάση απέναντι στα πράγματα. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν "εγκληματικό" το ότι έκλεισαν τη θέα της Ακρόπολης, επεμβαίνοντας μ' αυτόν τον τρόπο στη βαθιά δομή της πλατείας - είχαν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, αν όμως είχαν έστω προσπαθήσει να πείσουν πως το γνώριζαν. Επειδή ούτε μία φορά δεν θυμάμαι να παραδέχτηκαν δημόσια πως τους συνέβη κατά τύχη - και θα το θυμόμουν. Γι' αυτό νομίζω εξεμάνη ο οργίλος καθηγητής τους. Ο ίδιος αυτός καθηγητής που διδάσκει τόσα χρόνια με τρόπο που υπνωτίζει το παραμύθι του λαϊκού ανθρώπου που αντικρίζει κατά πρόσωπο την Ακρόπολη και μπορεί να βλέπει καθαρά, το ίδιο παραμύθι που πηγάζει από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους και διδάσκεται από γενιά σε γενιά, πικράθηκε που οι αντιδραστικοί μαθητές του ούτε καν έδειξαν να πήραν χαμπάρι τί ήταν αυτό ενάντια στο οποίο αντιδρούσαν. Στην Ομόνοια δεν συνέβη απολύτως τίποτα καινούριο, απλώς χάλασε το μόνο πράγμα που δούλευε, χωρίς στη θέση του να προτείνεται απολύτως τίποτα. Τίποτα. Μια οθόνη που δεν έδειχνε τίποτα. Η "απολύτως κενή πλατεία", με πέντε μπιχλιμπίδια, σε λάθος θέση. Η αντίληψη της πιο "εκσυγχρονιστικής" πλατείας της πρωτεύουσας, αυτή τη φορά ισοπεδώθηκε σε ό,τι πιο βαθιά και αμετακίνητα μικροαστικό, σε καθρεφτάκια και χάντρες - και "αποδόθηκε στους πολίτες". Καθαρίστηκε, φόρεσε "τα καλά της", και σήκωσε την επανάσταση. Ούτε καν "ολοκληρώθηκε" - αλλά αυτό δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Οι ίδιοι εκείνοι οι ξεριζωμένοι που σε κάποια στιγμή βρέθηκαν στην Ομόνοια και ένιωσαν πως είχε αλλάξει η ζωή τους, πως ανήκαν πια αλλού, κατόρθωσαν να εκδικηθούν τον τόπο που τους έφερε σ'αυτήν την κατάσταση, χωρίς ούτε καν να προσπαθήσουν να καταλάβουν τί ήταν αυτό που τους συνέβη. Υποταγμένοι στο "πνεύμα της εποχής" και το "πνεύμα του τόπου" - η διαδικασία άλλωστε είχε ξεκινήσει είκοσι περίπου χρόνια νωρίτερα.
Τελικά ανέλαβαν οι πολιτικοί. Αυθαίρετα συστάθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και την Ε.Α.Χ.Α. επιτροπή διαχείρισης κρίσεων, η Ομόνοια μπήκε στο γύψο, και υπέστη "διορθωτικές επεμβάσεις", οι οποίες διαφημίστηκαν πριν καν γίνουν συγκεκριμένες - περίπου ως ρουσφέτι. Για να μπορεί η Ομόνοια να μπει σε προεκλογικό φυλλάδιο, έπρεπε "να πρασινίσει". Δέντρα με ρίζες στην Ομόνοια δεν φυτρώνουν, τοποθετήθηκε όμως κάθετα μπροστά στην Αθηνάς μια γλώσσα με γκαζόν και γλάστρες με δέκα ελιές, οι οποίες θα συμβόλιζαν "τις δέκα φυλές της Αρχαίας Αθήνας" (αυξάνοντας τις Εννέα Μούσες κατά μία) και θα άφηναν στη θέση του Άξονα το απαραίτητο κενό. Γκαζόν μπήκε και παραπίσω, με θάμνους που πάλι έκρυβαν τη μνημειακή θέα από την 3ης Σεπτεμβρίου, αλλά "τουλάχιστον" δεν ήταν "τσιμέντο". Ακόμα και το αμαρτωλό σιντριβάνι μετατράπηκε με ιδιαίτερα ευρηματικό τρόπο σε ζαρντινιέρα. Τα φώτα που μου άρεσαν δεν τα άναψαν ούτε μία φορά οι κακούργοι, και για προληπτικούς λόγους δεν κατασκευάστηκε το βραβείο για την πλατεία στο Μοναστηράκι, το οποίο επίσης μου άρεσε. Πάρα πολύ.
Και μιλώντας για "φυλές", αντί επιλόγου: Στην Ομόνοια έχει όντως έρθει τα τελευταία χρόνια μια ριζική αλλαγή, η οποία δεν αντανακλάται καθαρά στη νεοκλασική δομή της. Το τελευταίο κύμα μεταναστών το οποίο καλείται να εντάξει η πλατεία στη ζωή της πόλης δεν έχει από την αρχή με την Ακρόπολη και τόσο μετωπική σχέση. Αν αντί για τις φυλές της αρχαίας Αθήνας φυτευόταν σήμερα στην Ομόνοια από μία ελιά για κάθε φυλή της σύγχρονης, στο υπόγειο αντί για μετρό θα μπορούσε να λειτουργεί ελαιοτριβείο. Ο τελευταίος (και τελειωτικός, ίσως;) εθνικός εκσυγχρονισμός, αυτή την κατάσταση είχε να διαχειριστεί, μεταξύ άλλων. Και έμεινε επαναπαυμένος στα εργαλεία του παρελθόντος, ενώ το συγκεκριμένο φαινόμενο, χωρίς να είναι ανοίκειο, έχει και μερικά στοιχεία πρωτοφανή. Ο τελευταίος εκσυγχρονισμός παρέμεινε ανολοκλήρωτος.
(...περισσότερα)
Στάμος Παπαδάκης - παραλειπόμενα από το 4ο CIAM (1933)
Η σχέση του Παπαδάκη με τα CIAM ξεκινάει από πολύ νωρίς – και διαρκεί περισσότερο από όλων των άλλων μελών της ελληνικής αντιπροσωπείας. Το 1929 , ως απόφοιτος της École Spéciale, λαμβάνει την επιστολή – πρόσκληση του Le Corbusier προς όλους τους απόφοιτους των αρχιτεκτονικών σχολών της Γαλλίας για συμμετοχή στην "Ένωση Μοντέρνων Αρχιτεκτόνων της Γαλλίας". Ο Παπαδάκης γράφεται συνδρομητής στις σχετικές επιθεωρήσεις , ώστε να μπορεί, από την Αθήνα, να έχει μια ενημέρωση για τις εξελίξεις στο χώρο της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Πιστεύοντας, όμως, ότι θα παραμείνει στην Ελλάδα, τελικά δεν εγγράφεται στη γαλλική Ένωση. Τα δύο χρόνια που θα ακολουθήσουν θα πραγματοποιεί κυρίως εκτελεστικές εργασίες στο γραφείο του πατέρα του, αλλά θα εξακολουθήσει και να σχεδιάζει μόνος του μοντέρνα θέματα που δεν φαίνεται να είχαν στόχο την υλοποίηση, όπως π.χ. οι πρώτες ανώνυμες κατοικίες, η Πανεπιστημιακή Λέσχη Γυναικών ή ο φάρος στο Τατόι. Όταν η ποσότητα αυτών των σχεδιασμάτων συγκροτεί ένα πλήρες portfolio, ο Παπαδάκης γράφει στον Karl Moser στη Ζυρίχη, του στέλνει φωτογραφίες της δουλειάς του, και κάνει μια πρώτη κρούση σχετικά με τη δυνατότητα να εκπροσωπεί ο ίδιος τα CIAM στην Ελλάδα. To γράμμα δεν φτάνει ποτέ στον Μoser. Στις 21 Αυγούστου 1931 ο Παπαδάκης ξαναγράφει στον Μoser, όμως, μια και την προηγούμενη φορά δεν πήρε απάντηση, στέλνει γράμμα και στον S. Giedion. Ο Giedion του απαντάει με σχετική καθυστέρηση (24 Σεπτεμβρίου) και είναι αρκετά επιφυλακτικός. Aν και εκφράζει το "ενδιαφέρον" του "η Ελλάδα να αρχίσει να συνεργάζεται", στη συνέχεια υπογραμμίζει ότι τα CIAM δεν είναι ένας "διακοσμητικός σύνδεσμος" (sic) και θεωρεί ως προϋπόθεση τη συγκρότηση στην Ελλάδα μιας συνδεδεμένης ομάδας αρχιτεκτόνων και όχι την ύπαρξη ενός ατόμου ως μοναδικού εκπροσώπου των Συνεδρίων .
Σε απάντηση έρχεται από τον Παπαδάκη ένα γράμμα στον Geidion με τις διευθύνσεις και φωτογραφίες των έργων τριών νέων αρχιτεκτόνων, που θα αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα της ελληνικής αντιπροσωπείας των CIAM: Στάμος Παπαδάκης, Βασίλειος Δούρας και Γεώργιος Καλύβας. Το στοιχείο που τους ενώνει είναι ότι, και οι τρεις, έχουν μόλις επιστρέψει στην Αθήνα από την École Spéciale. Ο Παπαδάκης και ο Καλύβας είναι απόφοιτοι του 1929 και ο Δούρας του 1930.
Από το σημείο αυτό αρχίζει μια διαρκής επικοινωνία του Παπαδάκη με τη γραμματεία των CIAM, κυρίως με τους Sigfried Giedion και Cornelis van Eesteren. Ο Παπαδάκης θα αναλάβει την προβολή του προβληματισμού των CIAM στην Ελλάδα, κυρίως μέσω δημοσιεύσεων στα Τεχνικά Χρονικά, όπου θα στείλει κείμενα δικά του, αλλά και του Giedion ή του Sartoris. Συνήθως, οι δημοσιεύσεις αυτές έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα, καθώς προέρχονται από μια "ανοιχτή γραμμή" επικοινωνίας από τα CIAM προς τον τεχνικό κόσμο της Ελλάδας, με επιμέλεια του Παπαδάκη . Ξεχωριστό ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει ένα άρθρο του ίδιου του Παπαδάκη με τίτλο "Ο συνοικισμός της Νέας Αλεξάνδρειας και η εδαφική οικονομία των Αθηνών" (Τεχνικά Χρονικά, 1η Απριλίου 1933), στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς πιο αναλυτικά. Εκεί εντοπίζει κανείς, την προσπάθεια μιας ερμηνείας και προσαρμογής πολεοδομικών θεωριών του Μοντέρνου Κινήματος στα "ιδιαίτερα" ελληνικά δεδομένα.
Ο Παπαδάκης είχε ασχοληθεί ξανά με πολεοδομικά ζητήματα στη διπλωματική του εργασία, το 1929. Την εποχή εκείνη, είχαν ευρεία διάδοση στο Παρίσι οι ιδέες του Le Corbusier για την Ville Radieuse. Η συγκεκριμένη πρόταση μοιάζει να αποτελεί, ως προς την εικονογραφία της τουλάχιστον, μια μεταφορά στην Αθήνα των Immeubles-Villas. Το άρθρο εμφανίζεται ως κριτική στην επιλογή της πολεοδομικής ανάπτυξης που έγινε για το καινούριο προάστιο της Νέας Αλεξάνδρειας στα βόρεια της Αθήνας . Στην "αντιαστική πολιτική" (sic) των επεκτάσεων και των κηπουπόλεων, όπου διαβλέπει τον κίνδυνο να οδηγηθεί το κέντρο της πόλης σε οικονομική και ποιοτική υποβάθμιση, ο Παπαδάκης αντιπαραθέτει την εναλλακτική στρατηγική του "αστικού αποικισμού". Η θεωρητική του τοποθέτηση, η οποία υπονοεί πολεοδομικές επεμβάσεις μεγάλης κλίμακας, διακρίνεται σε τρεις βασικές κατευθύνσεις: εκμετάλλευση της αστικής γης ανάλογα με τη θέση και την αξία της, που σημαίνει υψηλά κτίρια στο κέντρο και σταδιακή μείωση του ύψους προς την περιφέρεια· τυποποίηση των μονάδων κατοικίας, που να εξασφαλίζουν τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης με το μικρότερο κόστος· σχέση, τέλος, του τόπου διαμονής και του τόπου εργασίας, ώστε να μην καθίστανται αναγκαίες οι μακρινές μετακινήσεις. Η σχεδιασμένη πρόταση που συνοδεύει την ανάλυση, παρέχει ένα παράδειγμα τέτοιου "αστικού αποικισμού" σε κεντρικότατη περιοχή της Αθήνας. Πρόκειται για επέμβαση σε τέσσερα "τυπικά" οικοδομικά τετράγωνα, πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο. Ο πραγματικός τόπος δεν έχει καμία σημασία - άλλωστε ο ίδιος ο Παπαδάκης αναζητά για την πρότασή του "θεωρητικό χώρο". Τα τέσσερα τετράγωνα συνενώνονται, ώστε να μπορούν να υποδεχτούν ένα μεγάλο συγκρότημα σχήματος Π, με τη μία πλευρά ανοιχτή για λόγους αερισμού του κεντρικού χώρου και ένα κοινόχρηστο "περίπτερο" στο κέντρο. Το ισόγειο διατηρείται ελεύθερο, σε pilotis. Στους ορόφους, βρίσκονται 350 διώροφες μονάδες κατοικίας σε πέντε επίπεδα. Όλες οι μονάδες φωτίζονται και αερίζονται από τον κεντρικό κήπο. Σε κάθε διαμέρισμα αντιστοιχούν 18,30 τ.μ. φυτεμένου χώρου. Η πυκνότητα του πληθυσμού, τέλος, πολλαπλασιάζεται σε 1150 κατοίκους/ha. Το "πραγματιστικό" ύφος του Παπαδάκη υπογραμμίζεται τόσο με την πληθώρα των στατιστικών και των οικονομικών δεδομένων που παραθέτει , όσο και με το ότι επιλέγει τη στρατηγική της τοπικής επέμβασης και όχι την εικονογράφηση ενός συνολικού "οράματος". Αν και το πρότυπό του είναι ξεκάθαρα η Ville Radieuse του Le Corbusier, ο Παπαδάκης δεν ενδίδει στον πειρασμό να κάνει ένα κολλάζ του Plan Voisin επάνω στην Αθήνα, αλλά επιχειρεί να μεταγράψει και να προσαρμόσει τις ιδέες των CIAM στα εγχώρια δεδομένα. Στα σημεία, μάλιστα, όπου εμφανίζεται απόκλιση από το πρότυπο, αποκαλύπτεται ποια ήταν η αντίληψη του Παπαδάκη για την ταυτότητα της ελληνικής πόλης . Με τις προτάσεις του, ο Le Corbusier "εκσυγχρονίζει" το γερασμένο σώμα της βιομηχανικής μεγαλούπολης, με τις σκοτεινές και ανθυγιεινές τρώγλες και τις "οδούς-διαδρόμους", και προσφέρει στη θέση τους, ταχύτητα, άνεση, ήλιο και πράσινο. Οι τρώγλες που είχε στη διάθεσή του ο Παπαδάκης ήταν κληρονομιά του πολύ πρόσφατου παρελθόντος, εξυπηρετούσαν τις άμεσες ανάγκες στέγασης των προσφύγων του 1922, και βρίσκονταν επίτηδες συγκεντρωμένες στην υπολειμματική περιφέρεια της Αθήνας . Ο "αστικός αποικισμός" που προτείνεται δεν λαμβάνει υπ’ όψη καμία γενική διαίρεση ή αναδιάρθρωση της πόλης. Επίσης, η δομή της ελληνικής οικονομίας ήταν τέτοια ώστε η απόσταση μεταξύ κατοικίας και εργασίας περιοριζόταν, για τις περισσότερες περιπτώσεις, μεταξύ του ισογείου και του ορόφου του ίδιου κτιρίου και μάλλον δεν αποτελούσε πρόβλημα . Τέλος, δεν γίνεται η παραμικρή νύξη για το κοινωνικό πρόγραμμα και το εντυπωσιακό δίκτυο υποδομών που συγκροτούν την Σύγχρονη Πόλη του Le Corbusier - αυτά μοιάζουν να είναι τελείως ξένα και παραλείπονται.
Η πρόταση του αστικού αποικισμού είχε προέλθει σε μεγάλο βαθμό από την ενημέρωση που παρείχαν στον Παπαδάκη τα CIAM, αλλά επίσης φαίνεται πως και στα CIAM προοριζόταν κυρίως να επιστρέψει. Με τον καιρό, η "ελληνική ομάδα" του Παπαδάκη είχε περιλάβει ένα νέο μέλος. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1932 ο Παπαδάκης περιγράφει στον Cornelis van Eesteren τον εαυτό του, καθώς και τους Δούρα, Καλύβα και - τον καινούριο - Μιχαλιτσιάνο ως "τους πρώτους που είχαν φέρει [στην Ελλάδα] τη νέα πνοή μιας αρχιτεκτονικής απελευθερωμένης από τις προκαταλήψεις, και την αγάπη για τις καθαρές πνευματικές δημιουργίες". Κατόπιν του ζητάει να του(ς) στείλει το υλικό των CIAM σχετικά με την "Λειτουργική Πόλη" ώστε η ομάδα να μπορέσει να "παρουσιάσει το πρόβλημα της πόλης της Αθήνας" στο προσεχές συνέδριο της Μόσχας, όπου σκόπευε να συμμετάσχει για πρώτη φορά. Ταυτόχρονα, δεν παραλείπει να μεταφέρει διαρκώς μια ιδιαίτερα μελανή εικόνα για τις γενικότερες συνθήκες της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.
Η έκπληξη έρχεται στις 30 Απριλίου 1933, όταν ο Giedion γράφει στον Παπαδάκη και του ανακοινώνει ότι "η επιτροπή του Συνεδρίου, ευρισκόμενη στο σπίτι του Le Corbusier στο Παρίσι αποφάσισε, κατόπιν τηλεγραφήματος που έλαβε από τη Μόσχα, ότι το Συνέδριο δεν μπορεί να λάβει χώρο στη συγκεκριμένη πόλη πριν το 1934". Η συνάντηση είχε πραγματοποιηθεί μια εβδομάδα νωρίτερα (23 Απριλίου), στο γραφείο του Le Corbusier. Εκεί, o Marcel Breuer είχε την ιδέα το Συνέδριο να γίνει σε ειδικά ναυλωμένο πλοίο, και ανέθεσε στον ελληνικής καταγωγής φίλο του και εκδότη των "Cahiers d’ art", Christian Zervos, να έρθει σε επαφή με τον Έλληνα εφοπλιστή Η. Ιωαννίδη, ο οποίος θα τους παραχωρούσε το πλοίο "Πατρίς ΙΙ", ώστε το Συνέδριο να γινόταν από τη Μασσαλία στον Πειραιά και πίσω . Ο Ζερβός γράφει επίσης στον Παπαδάκη στις 30 Απριλίου , του δίνει τις πρώτες συμβουλές σχετικά με την προετοιμασία των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα και τον παραπέμπει στον φίλο του S. Giedion για όλες τις απαραίτητες οδηγίες. Ο Giedion, ως πρώτη προϋπόθεση, θέτει την παρουσία ενός τουλάχιστον μέλους της ελληνικής αντιπροσωπείας στη διαδρομή από τη Μασσαλία προς τον Πειραιά, ώστε "να εξετασθεί η σύνθεση της ελληνικής ομάδας, μια και μόνον το Συνέδριο [ήταν] αρμόδιο να αναγνωρίσει αυτήν την ομάδα".
Κι όμως, η διαφαινόμενη επιφύλαξη του Giedion ως προς το τί θα μπορούσε να περιμένει, έστω και μετά τις μοιρολατρικές επισημάνσεις του Παπαδάκη από το 1932, ήταν υπερβολική. Από τα μέσα Μαρτίου βρίσκεται στην Αθήνα ο Fred Forbat, μέλος των CIAM από το Βερολίνο, που έχει ήδη μια πρώτη εμπειρία από την Ελλάδα, καθώς 8 χρόνια νωρίτερα είχε βρεθεί στη Θεσσαλονίκη, ως μηχανικός σε αποστολή της Κοινωνίας των Εθνών που αφορούσε τη στέγαση των προσφύγων της ανταλλαγής των πληθυσμών. Στην Αθήνα, το 1933, θα μείνει στο σπίτι του Gustav Eglau, o οποίος αργότερα θα συμμετάσχει στο 4ο CIAM ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας. Ο Forbat στην Αθήνα θα έχει επαφές με τον Παπαδάκη, τον Πικιώνη και τον Κριεζή - διατηρώντας, όμως, τον Παπαδάκη ως κατεξοχήν σύνδεσμο. Σε αλληλογραφία του με τον Giedion κατά την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου, ο Forbat όχι μόνον δηλώνει ενθουσιασμένος με την εμπειρία του Προγράμματος Ανοικοδόμησης Σχολικών Κτιρίων και την υψηλή στάθμη του σχεδιασμού και της κατασκευής των σχολείων, αλλά θεωρεί τις γενικότερες συνθήκες για την μοντέρνα αρχιτεκτονική στην Ελλάδα "αντικειμενικά, υπερβολικά καλές". Παραβάλλει στα τεκταινόμενα στην Αθήνα, την "εμπειρία της Ρωσίας" και εντοπίζει στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική των ελληνικών νησιών χαρακτηριστικά "κυβιστικά" και σύνθεσης με "γυμνές κατασκευές". Κάνει μάλιστα στον Giedion ξεκάθαρες νύξεις σχετικά με την πιθανότητα διεξαγωγής του 4ου CIAM στην Αθήνα αντί για τη Μόσχα, που εμφάνιζε ήδη προβλήματα.
Ο Παπαδάκης μαθαίνει τα νέα στις 10 Μαΐου, και απαντάει στον Geidion αμέσως. Έχοντας διακρίνει την ψυχρότητα που τον χαρακτήριζε απέναντι στην ομάδα που είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα, προσπαθεί να δώσει τις περισσότερες δυνατές διαβεβαιώσεις ότι μπορεί να γίνει από τη μεριά τους πολύ καλή δουλειά. Η προσπάθεια να πειστούν οι υπεύθυνοι του CIAM για την εγκυρότητα και τη σοβαρότητα της ελληνικής εκπροσώπησης στο Συνέδριο, θα λάβει, σταδιακά, πολύ ενδιαφέρουσα τροπή. Όσο ο Παπαδάκης θα βρίσκει επιφυλακτικό ή αδιάφορο τον Giedion, θα αναθέτει κυρίως στον Ζερβό και τον Ιωαννίδη να κινούν τις διαδικασίες από το Παρίσι, μια και από το μέρος τους υπήρχε ο ίδιος ενθουσιασμός και το ίδιο προσωπικό ενδιαφέρον που επικρατούσε στην Αθήνα. Στις 11 Μαΐου ο Παπαδάκης γράφει στον Ζερβό, ευχαριστεί τον ίδιο και τον Ιωαννίδη για την μέχρι τώρα συνεισφορά τους, και τον ενημερώνει για τις πρόσφατες προετοιμασίες στην Ελλάδα. Η κατάσταση, όμως, έχει ήδη ξεφύγει από τα χέρια του, καθώς στη διοργάνωση έχει αναμιχθεί περισσότερος κόσμος, που έχει διαφορετικές καταβολές και εκπροσωπεί άλλες αντιλήψεις και συμφέροντα. Έχει δημιουργηθεί επιτροπή αποτελούμενη από δύο αρχιτέκτονες (τον Παπαδάκη και τον Ι. Δεσποτόπουλο, ο οποίος έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Bauhaus, αλλά έχει γίνει επίσης μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας του Παπαδάκη), αντιπροσώπους του Γραφείου Τουρισμού, του Τεχνικού Επιμελητηρίου, του Πολυτεχνείου, και τον εξάδελφο του Παπαδάκη, γλύπτη Μιχ. Τόμπρο, που θα ήταν επίσης υπεύθυνος για οργανωτικά ζητήματα .
Η πρώτη φορά που ο Giedion δείχνει να αναγνωρίζει τις προσπάθειες της ελληνικής ομάδας θα είναι στις 6 Ιουνίου. Στην επιστολή του προς τον Παπαδάκη βιάζεται να ευχαριστήσει τον ίδιο "και επίσης τα μέλη της ελληνικής ομάδας για την μεγάλη αφοσίωση και την ενεργητικότητα που επέδειξαν ώστε να πραγματοποιηθεί το συνέδριο στην Αθήνα". Αμέσως στη συνέχεια, όμως, αφήνει να φανεί και ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο προτιμήθηκε το Συνέδριο να ολοκληρώσει τις εργασίες του στην Ελλάδα: ενώ καθ’ όλη τη διαδρομή από τη Μασσαλία στον Πειραιά θα γινόταν στο πλοίο "αυστηρή εργασία", η λήξη του Συνεδρίου θα προσέφερε μια θαυμάσια ευκαιρία για "λίγες ημέρες διακοπών" στη θάλασσα. Μάλιστα, ενώ τόσο το Ελληνικό Γραφείο Τουρισμού όσο και η ναυτιλιακή εταιρεία "Νέπτος" υπεδείκνυαν οι όποιες εκδρομές να έχουν συλλογικό χαρακτήρα και να υπόκεινται σε καθορισμένο πρόγραμμα επισκέψεων, ο Giedion επιμένει να δοθεί η δυνατότητα στους συνέδρους να ακολουθήσουν ατομικά προγράμματα και να ξαναβρεθούν στο καράβι για την αναχώρηση.
Ο Παπαδάκης, αφού έχει ενημερώσει σχετικά τους Ιωαννίδη και Ζερβό, προτείνει στον Giedion τρία εναλλακτικά σχέδια εκδρομών - σε συλλογικό, πάντοτε, πνεύμα. Το πρώτο περιλαμβάνει τις Σπέτσες και την Τήνο ("δύο νησιά τα οποία είναι εξοπλισμένα με κατάλληλα ξενοδοχεία ώστε να μπορούν να φιλοξενήσουν αυξημένο αριθμό επισκεπτών") αλλά αμέσως υπογραμμίζεται ότι είναι η πιο ακριβή επιλογή. Το δεύτερο εξετάζει τα ξενοδοχεία στο Ηράκλειο και στα Χανιά, τα οποία κρίνει ως μετριότατα. Το τρίτο διαφημίζεται ως το πιο πρωτότυπο και πιο ενδιαφέρον. Γίνεται η πρόταση οι σύνεδροι να περάσουν τις διακοπές τους στη Μύκονο και την Σαντορίνη και να φιλοξενηθούν σε "σπίτια χωρικών". Έτσι θα επιτευχθεί η χαμηλότερη τιμή και οι επισκέπτες θα απολαύσουν το μαγευτικό τοπίο όσο και την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τοπική αρχιτεκτονική. Αν μέσα στις επιδιώξεις του συνεδρίου ήταν να κάνει ολιγοήμερες διακοπές, παρά να ασχοληθεί σοβαρά με μία κοπιώδη παρουσίαση στην Αθήνα, οι συμμετέχοντες θα μπορούσαν "τουλάχιστον να κρατήσουν μια ευχάριστη ανάμνηση από την Ελλάδα". Η επιμονή του Παπαδάκη να επισκεφθούν οι φιλοξενούμενοι αρχιτέκτονες τις Κυκλάδες αποσκοπούσε στο να τους κεντρίσει το ενδιαφέρον η έντονη μορφολογική συγγένεια αυτού που στην Ελλάδα καταγραφόταν ως "παραδοσιακή αρχιτεκτονική", με τα μοντέρνα κτίρια που σχεδίαζαν οι ίδιοι. Άλλωστε, προηγούμενοι επισκέπτες, όπως ο Fred Forbat ή ο Heinrich Lauterbach είχαν νιώσει πολύ ευχάριστη έκπληξη κάνοντας τη διαπίστωση ότι οι μοντέρνοι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα σχεδίαζαν και έχτιζαν χωρίς να διαταράσσεται η σχέση με την "παράδοσή τους", και με αυτόν τον τρόπο ερμήνευαν το πρόσφορο έδαφος και την ευρεία αποδοχή που θα έβρισκε το μοντέρνο κίνημα στην Ελλάδα.
Δεν αξίζει τόσο να σταθούμε στα διαδικαστικά, που απασχολούν ολόκληρο τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Η ελληνική ομάδα εκδίδει το περιοδικό "XXème Siècle – 20ός Αιών", όπου θα δώσει το στίγμα του προβληματισμού της και θα προετοιμάσει το έδαφος για την ανακοίνωση στην Ελλάδα των νεώτερων θεωριών των CIAM. Στις 18 Ιουλίου, η ομάδα "επανιδρύεται" ενόψει του Συνεδρίου και περιλαμβάνει τους: Στάμο Παπαδάκη, Βασίλειο Δούρα, Γεώργιο Καλύβα (École Spéciale), Αλέξανδρο Δραγούμη, Πάτροκλο Καραντινό (Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ), Ιωάννη Δεσποτόπουλο (Dessau Bauhaus), Gustav Eglau και Isaac Saporta. Το Συνέδριο πραγματοποιεί μια μεγάλη στάση στην Αθήνα, όπου θα γνωρίσουν θερμότατη υποδοχή τόσο οι σύνεδροι όσο και οι ιδέες τους. Η τεράστια σημασία του 4ου CIAM για την ελληνική αρχιτεκτονική στο εξής, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Παραμένουν, όμως, ορισμένες πτυχές της διοργάνωσης στις οποίες οφείλει κανείς να εστιάσει το ενδιαφέρον, ώστε να πραγματοποιηθεί, τελικά, μια συνολική αποτίμηση του αρχιτεκτονικού έργου και της γενικότερης σημασίας του Στάμου Παπαδάκη για την περίοδο που εξετάστηκε.
Ο Στάμος Παπαδάκης θα πρέπει να θεωρείται ως ο κατεξοχήν εκπρόσωπος μιας τάσης που υπάρχει στην ελληνική αρχιτεκτονική την δεκαετία του τριάντα, και η οποία ταυτίζεται με την διεθνή "πρωτοπορία", όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τα Διεθνή Συνέδρια Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής (CIAM). Ο Παπαδάκης θα είναι αυτός που θα φέρει, επίσημα, την προβληματική των CIAM στον ελληνικό χώρο, εκπροσωπώντας και αναμεταδίδοντας τις απόψεις του προεδρείου και της γραμματείας τους (Giedion και van Eesteren). Υποστήριξη σε αυτήν του την προσπάθεια θα βρει αρχικά από τους δύο φίλους και συμφοιτητές του από την École Spéciale, Γεώργιο Καλύβα και Βασίλειο Δούρα. Συνεχίζεται, με αυτόν τον τρόπο, η παράδοση που θέλει την ελληνική "γενιά του Τριάντα", αποστολή της οποίας ήταν να μεταφέρει και να διαπραγματευτεί τον μοντερνισμό στην Ελλάδα, να έχει εκπαιδευτεί και να έχει γνωρίσει τα νέα ρεύματα στο Παρίσι. Ο Παπαδάκης λειτουργεί, ευρισκόμενος στο κέντρο ενός δικτύου που περιλαμβάνει τον ίδιο, τον Δούρα και τον Καλύβα, στην Αθήνα, και διατηρεί τη σύνδεση με τη βάση του στο Παρίσι, μέσω του Ζερβού και, δευτερευόντως, του Ιωαννίδη, που ζουν και δραστηριοποιούνται εκεί. Το ότι, αργότερα, στην "ελληνική ομάδα των CIAΜ" θα προστεθούν νέα μέλη, απλώς θα συμβάλει στην ανομοιογένεια και, τελικά, στην διάλυσή της. Είναι χαρακτηριστική η διάσταση απόψεων που υπήρχε μεταξύ του Παπαδάκη, που έβλεπε την κατάσταση στην Ελλάδα εντελώς απαισιόδοξα, και των αποφοίτων, για παράδειγμα, της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου της Αθήνας, που συμμετείχαν, μέσω του Μητσάκη, σε ένα εκτεταμένο κυβερνητικό πρόγραμμα ανοικοδόμησης μοντέρνων σχολικών κτιρίων – το οποίο, όμως, άφηνε την παρέα του Παπαδάκη στο περιθώριο, καθώς τους έλειπαν τα σχετικά ερείσματα. Ο Παπαδάκης θα εκμεταλλευτεί την θέση του ως αυτόκλητου εκπροσώπου των CIAM στην Ελλάδα, βάζοντας τον S. Giedion να γράψει απευθείας στον Γεώργιο Παπανδρέου, και, με το κύρος της θέσης του ως προέδρου των Συνεδρίων, να υποδείξει έναν από τους τρεις της "ελληνικής ομάδας των CIAM" ώστε να συμμετέχει επίσης στο πρόγραμμα. Θα παραμείνει αίνιγμα το γιατί, ενώ ο Παπαδάκης πέτυχε τελικά αυτό που ήθελε, θα παραμείνει, με δική του πρωτοβουλία, εκτός προγράμματος.
Ως προς την τοποθέτηση του Παπαδάκη στην "γενιά του Τριάντα", το στοιχείο της "τοπικότητας" στην θεωρία και την πρακτική του, εντοπίζεται στην προσέγγιση εκείνη, η οποία πιστεύει στη σύνδεση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με επιλεγμένα στοιχεία της λογιζόμενης ως "ελληνικής παράδοσης" - συγκεκριμένα, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των νησιών του Αιγαίου. Αν και κάτι τέτοιο παραμένει πάντοτε ένα ιδεολόγημα, που αγνοεί συνειδητά την ουσία του μοντερνισμού, όπως αυτή εντοπίζεται στο κοινωνικό του περιεχόμενο, και αναλώνεται, αντίθετα, σε έναν φορμαλισμό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίζεται μόνον ως "μαγική" φυγή από την ελληνική υπανάπτυξη, μέσα από εικόνες τεχνολογικής αρτιότητας και "εκσυγχρονισμού". Με το ελληνικό περίπτερο στη Βενετία και την εκδρομή των CIAM στις Κυκλάδες, ο Παπαδάκης επιχειρεί αφενός νομιμοποίηση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, και, αφετέρου, της Ελλάδας στην μοντέρνα αρχιτεκτονική. Δεν θα είναι όμως ο μόνος. Νωρίτερα, γερμανικής προέλευσης επισκέπτες, όπως ο Forbat και ο Lauterbach, θα έχουν παρατηρήσει πώς, η περιφερειακή Ελλάδα, είχε "αγκαλιάσει" το μοντέρνο κίνημα, και θα αιτιολογήσουν το, μάλλον αναπάντεχο αυτό φαινόμενο, στην μορφολογική και κατασκευαστική "συνέχεια" που εντόπιζαν με την εγχώρια "παράδοση", όπως τους την είχαν παρουσιάσει οι έλληνες, και, υποθέτουμε, κυρίως ο Παπαδάκης. Ο Forbat, μάλιστα, θα προχωρήσει παραπέρα, προτείνοντας την Αθήνα ως τόπο συνολικής διεξαγωγής του 4ου CIAM. Αν και η Αθήνα τελικά υπήρξε για το Συνέδριο μια απλή στάση, όπου έγιναν ανακοινώσεις των τελειωμένων εργασιών, καθώς και μερικές διαλέξεις αρχιτεκτονικών "αστέρων" της εποχής, θα ήταν πολύ αισιόδοξη η διαπίστωση ότι η συνεισφορά εντέλει υπήρξε αμφίδρομη. Τον καιρό που τα CIAM προσπαθούσαν να διαμορφώσουν μια παγκόσμια, "κοινή" αρχιτεκτονική γλώσσα, και, μέχρις ενός σημείου, να την τεκμηριώσουν ιστορικά, η Ελλάδα, ως κατεξοχήν τόπος ιστορικότητας, αλλά και ως δεδομένα υποανάπτυκτη και "παραδοσιακή" χώρα εκείνον τον καιρό, καθίσταται, μέσα από διάφορες διαδικασίες, το πεδίο όπου θα προβληθεί και θα τεκμηριωθεί με "χειροπιαστά" παραδείγματα, αυτή ακριβώς η επιθυμία. Η συγκυρία για την ελληνική αρχιτεκτονική, σε αντίθεση με τα όσα δυσμενή θέλει να περιγράφει ο Παπαδάκης, υπήρξε, πράγματι, εξαιρετικά ευνοϊκή. Έστω και μέσα από τις ίδιες παραμορφώσεις, ήταν η πρώτη φορά που η εγχώρια αρχιτεκτονική πρωτοπορία ταυτίστηκε, μέσα από την μορφολογία αλλά και τις θεμελιώδεις επιδιώξεις της, με εκείνη του εξωτερικού, και η τελευταία που κάτι τέτοιο πραγματοποιήθηκε σε παρόμοια έκταση.
Ο Στάμος Παπαδάκης θα πρέπει να κατέχει εξέχουσα θέση στην νεοελληνική αρχιτεκτονική, καθώς, με το έργο και τις πρωτοβουλίες του, υπήρξε ένας αρχιτέκτονας που βοήθησε σημαντικά στο να εκδηλωθεί και να εμπεδωθεί αυτή ακριβώς η ταύτιση. Οι πραγματικοί λόγοι που τον οδήγησαν στο να φύγει από την Ελλάδα παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Σε αλληλογραφία που διατηρεί με την μητέρα του, τα πρώτα χρόνια στην Νέα Υόρκη, διαφαίνεται μια ανεπανόρθωτη ρήξη στις σχέσεις με τον πατέρα του, όσο και η εκκρεμότητα της στρατιωτικής του θητείας . Ό,τι και να συνέβη, πάντως, οφείλουμε να δεχτούμε ότι, από το 1934 και κατόπιν, ο Παπαδάκης παραιτείται από την θέση που είχε οικοδομήσει στην Ελλάδα, με δική του πρωτοβουλία, και οτιδήποτε έκανε στη ζωή του στη συνέχεια θα είχε ενδιαφέρον μόνον για να συμπληρωθεί μία μονογραφία του. Το 1934, φεύγοντας για την Αμερική, ο Παπαδάκης εγκαταλείπει το δίκτυο που τον τοποθέτησε στην "γενιά του Τριάντα" και μεταπηδά σε εκείνο των διεθνών CIAM, μαζί με τον Sigfried Giedion και τον Josep Lluis Sert, που θα είναι οι φίλοι και, τα πρώτα χρόνια, συγκάτοικοί του στο ίδιο κτίριο στη Νέα Υόρκη. Η ζωή του Παπαδάκη θα είναι γεμάτη τέτοια "άλματα", που θα έχουν, όμως, ως κοινό παρονομαστή, την άμεση παρακολούθηση της διεθνούς πρωτοπορίας και την πρόσδεση σε μια εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής, είτε αυτή είναι ο Oscar Niemeyer με την Brasilia, είτε ο Le Corbusier με τον Modulor και την Unité d’ Habitation της Μασσαλίας – αυτές θα είναι οι πιο κραυγαλέες συνεργασίες που θα έχει στο μέλλον ο Παπαδάκης ως μέλος των αμερικανικών, πλέον, CIAM.
(...περισσότερα)
Economy Class

Την Κυριακή το πρωί έριξε καρέκλες. Κατά το μεσημέρι ο ουρανός ξάνοιξε, και η μέρα είχε μια απίστευτη διαύγεια. Άδεια η Αθήνα, η Κάνιγγος Σάββατο απόγευμα θύμιζε γουέστερν, με Μεξικάνους να κοιμούνται στα σκαλιά κάτω από τον ήλιο και γέρους να περιμένουν το τρόλει. Ευτυχώς με τη βροχή δρόσισε. Δεν ήτανε για σπίτι, ούτε για να κλειστείς μέσα σε τοίχους.Δεν είχα κανονίσει τίποτα, και τελικά βγάλαμε τη νύχτα παρέα της στιγμής στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας δίπλα στα Goody's στην Αλεξάνδρας, και για αρκετή ώρα κάναμε διαρκώς χαρούμενο τον περιπτερά που διανυκτέρευε, κι αυτός εμάς. Νομίζω έχω εντοπίσει καινούριο trend, το βράδυ όλη η Αλεξάνδρας είναι στα πεζοδρόμια και τις πλατείες, πλήθος πολυεθνικό, χαλαρό και όμορφο, από πιτσιρίκια που παίζουν μπάλα με τους πατεράδες τους, μέχρι συνταξιούχους, μία και δύο η ώρα το βράδυ έξω. Από την Πατησίων το περίμενα, από αλλού ήρθε. Τα Εξάρχεια το καλοκαίρι είναι σταθερή αξία και μου αρέσουν πολύ, αλλά φοβάμαι μήπως το πάνε για νέος Ψυρρής, γιατί πολύ κουνιούνται τελευταία (...γενικά παρατηρείται μια προοδευτική μείωση του φολκλόρ στην πιάτσα που περπατάει με τα χρόνια: Θησείο > Ψυρρή > Γκάζι > Εξάρχεια. H κατάληξη, όμως, είναι πάντοτε η ίδια). Νομίζω αυτή τη φορά ότι το καινούριο downtown αρχίζει και φτιάχνεται στου Γκύζη, και ακόμα βρίσκεται στην ωραία φάση, στο ξεκίνημα. Από τα ουζάδικα και το λόφο μέχρι το τέρμα της Παράσχου και απέναντι, κατά μήκος της Αλεξάνδρας. Υπόθεση πενταετίας. Έχει μαζευτεί και η μισή Κυπαρισσία εκεί πέρα, κι έχουμε και δικό μας μαγαζί στη Σκορδόπιστη (Παράσχου 116Α, να δοκιμάσετε το μουσακά, το κρασί του Αποστολόπουλου και να πάρετε και το περιοδικό μας).Δεν μιλάω ακριβώς για "διασκεδασούπολη", αλλά για νύχτες στην economy class. Ταξίδια δεν θέλεις να ονειρεύεσαι όταν μένεις στην Αθήνα το καλοκαίρι; Στο κάτω-κάτω, όλες οι πιάτσες που κάτι έκαναν (και δεν εννοώ "τραβήξανε κόσμο"), από εκεί ξεκίνησαν.
Θυμάμαι πριν γίνει το μεγάλο μπραφ στου Ψυρρή, τη βγάζαμε σε κάτι καφενεία με τιμές και κόσμο που τώρα βρίσκεις μόνο στο Μεταξουργείο. Λέγαμε "παρακμή" και περνιόμασταν για ψαγμένοι. Μετά έσκασε ο κόσμος του Θησείου οπλισμένος με Ξύλο Και Πέτρα από το Σταύλο και πλημμύρισε ο τόπος στο νεοGreek που καταβρόχθιζε τα φοιτητοδάνεια και τις Citibank Visa, όλο και πιο λαίμαργα. Η εισβολή έγινε από τη Λεωκορίου με όπλο τα moules προς χώνεψιν της παράστασης, και η κυκλωτική κίνηση ολοκληρωνόταν από την Τάκη, με minimal μεζεδάκια, κρασιά με ονόματα σε ιδιόλεκτο και λογαριασμούς λυπητερούς. Ό,τι βρισκόταν ανάμεσα, παραδόθηκε στην Παληά Ορθογραφία και τα παρκαρισμένα SUV. Η Παλιά Αθήνα που ποτέ δεν υπήρξε, παρά μόνο ως συλλογική φαντασίωση και διακαής επιθυμία, είχε στηθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ως σκηνικό διασκέδασης, προς τέρψιν των Νέων Αθηναίων της ξέχειλης αυτής πόλης με ανάγκες πρωτεύουσας και υποδομή μοιραία ρηχή. Bon pour l' Orient, άντε και για καμια πενταήμερη από την Κύπρο. Ο Ψυρρής θα μπορούσε ίσως να έχει εξελιχθεί αλλιώς, με τα νέα θέατρα και τις παλιές αγορές του, αλλά η "ανακάλυψη" συνέπεσε με το Λαϊκό Καπιταλισμό και τις ΕΛΔΕ, και η γειτονιά μετατράπηκε σε μνημείο όχι της Αθήνας που δεν υπήρξε, αλλά της φούσκας του Χρηματιστηρίου και όλων όσων αυτή έφερε. Και έμεινε. Σίχαμα έγινε, και δεν υπάρχει πιο ξενέρωτο θέαμα από φίσκα τραπέζια με παρέες-γάμους που διαρκώς φωνάζουν, διαρκώς καπνίζουν, και στο τέλος όλοι μαζί σκυμμένοι μετράνε ψιλά - "να τα βρούμε ακριβώς". Θυμάμαι το '98 όταν ακόμα το μέρος άλλαζε δέρμα, είχαμε σκάσει μεσημεριάτικα στου Ψυρρή με κάτι ξένους φοιτητές αρχιτεκτονικής που είχαν έρθει για ένα workshop. Όταν μας είδαν οι βιοτέχνες να κυκλοφορούμε με χάρτες και να τραβάμε φωτογραφίες ετοιμόρροπα κτίρια και μπουρδέλα, βγήκανε τα μαχαίρια από τους τόρνους και μας διώξανε. Ήξεραν τί τους περίμενε και με τί έμοιαζε ο εχθρός. Δηλητήριο τα ρακόμελα, κι εμείς σκεφτόμασταν βιοκλιματικές παραμέτρους.
Σε κάποια στιγμή το niche crowd απήυδησε με τις τιμές και τα κωλόπαιδα που τις πληρώναν απερίσκεπτα και αφειδώς εις βάρος όλων, και την έκανε για Γκάζι και Πειραιώς, μέσα στα εργοστάσια. Μπήκαν όμως άλλοι μαζικά από την πίσω πόρτα και ήταν τόσο πολλοί και τόσο αποφασισμένοι για μια γειτονιά ολοδική τους, που το μέρος έγινε λίγο μονοδιάστατο, σε σημείο να σε κοιτάζουν όλοι ή με μισό μάτι, ή με μάτι λάγνο. Τζιζ.
Εξάρχεια λοιπόν. Κάτι οι Σχολές που έχουν απομείνει στο κέντρο, κάτι τα πολλά άδεια ισόγεια από βιβλιοδετεία και μπακάλικα που κλείσανε, κάτι το πνεύμα του τόπου που επιμένει σε πείσμα των καιρών έστω και ως σκηνικό, κάτι και οι άπειροι Erasmus που έχουν καταλάβει την Ιπποκράτους και την Ασκληπιού και δε σηκώνουνε μαλακίες εφτά ευρώ τη μπίρα, τα Εξάρχεια ήρθαν να καλύψουν μια μεγάλη ανάγκη, για economy class ταξίδια στο κέντρο, χωρίς μιζέρια όμως. Σήμερα το μεσημέρι ήμουνα για φαγητό στο Γιάντες, 17 το άτομο με κρασί και σκάσαμε, ωραιότατο (να πάρετε το χοιρινό κρασάτο με φάβα). Στου Ψυρρή τόσο κοντεύει να φτάσει το τζατζίκι (παληό κι αυτό). Το Cuckoo παρακάτω πρέπει να ταϊζει το μισό κέντρο της Αθήνας κάθε μέρα. Και για νύχτα έχει γεμίσει με μικρά μπαράκια που μ'αρέσουν γιατί δεν είναι το ένα πάνω στο άλλο και σ'αφήνουνε να πάρεις αέρα και να πεις και καμια κουβέντα. Και μετά σπίτι με τα πόδια για τους περισσότερους - που έχουν ένα λόγο λιγότερο να σκέφτονται την επιστροφή πριν ακόμα ξεκινήσουν να επιστρέφουν, και τους βγαίνει σε vibes. Ωραία είναι, ειδικά το καλοκαίρι. To μόνο που λίγο με φοβίζει είναι ο κακός οιωνός από το μέρος όπου ξεκίνησε η τωρινή φάση: στο Τηνιακό δε βρίσκεις τραπέζι που να παρακαλάς, και ο μπάρμπας έχει ανεβάσει τις τιμές. Και στα Erasmus Party στις Συχνότητες σκάνε μπακούρια σωρηδόν. Θα δείξει, πόσο θα κρατήσουν οι αντιστάσεις μας... Και μετά, στην Αλεξάνδρας, από πάνω.
(...περισσότερα)
Τραπέζι 23.
Την προηγούμενη Παρασκευή παρευρέθην στο γάμο των φίλων και συμφοιτητών Α&Κ. Ο γάμος υπέροχος, το reunion στο τραπέζι ακόμα καλύτερο. Μεταξύ των παλιών συμφοιτητών ("τραπέζι 23"), διακρίνονταν οι εξής κατηγορίες:
α. οι ορθολογιστές-singles.
Βρισκόμουν στον πυρήνα της πτέρυγας και συντόνιζα τον κοινωνικό σχολιασμό, γιατί αλλιώς θα μας έπαιρνε από κάτω (...μελλόνυμφοι της σεζόν 2010-2020). Ο ορθολογισμός είναι σίγουρο χαρτί κάτι τέτοια βράδια, και σε συνδυασμό με αλκοόλ βγαίνει σε κυνικό χιούμορ και αρκετό γέλιο με τάσεις προς το νευρικό. Πάντως την κατάθλιψη την αναβάλαμε, όπως κάνουμε και με τα υπόλοιπα. Από ντύσιμο τους σκίζαμε όλους, και κυριαρχούσε το μαύρο.
β. ο ανορθολογιστής-single, χωρίς να κόβω και το κεφάλι μου.
Έτερος μελλόνυμφος 2010-2020, ξεκίνησε με σκληρά ποτά κοιτάζοντάς μας με ύφος μπλαζέ. Δεν συμμετείχε στον κοινωνικό σχολιασμό και σε κάποια στιγμή προσηλώθηκε να κοιτάζει το υπερπέραν, με προοδευτική δυσκολία στην προσήλωση. Η κατάσταση απέκτησε χαρακτηριστικά μονιμότητας. Κατά βάθος είναι ευαίσθητος αλλά το βγάζει με τρόπο που μου σπάει τα νεύρα.
γ. οι άνετοι.
Δύο ζευγάρια, ένα κυριλέ και ένα πρώην πέτρα του σκανδάλου, που μας έσκασε σε επανασύνδεση (...υποθέτουμε, γιατί ακόμα η πληροφορία χρειάζεται διασταύρωση· θα μάθω όμως). Κάθονταν ακριβώς απέναντί μας, με διακριτική αύρα ανωτερότητας, η οποία όμως δεν ενοχλόυσε καθόλου (δεν έβγαζαν αυτοί την αύρα επίτηδες, εμείς τη νιώθαμε, και το ξέραμε). Τακτοποιημένη δουλειά, τακτοποιημένη σχέση, ήρεμοι. Ωραίοι.
δ. δύο κολλητές και δύο φίλοι μας-singles.
Βρίσκονταν στρατηγικά τοποθετημένοι μεταξύ ορθολογιστών και άνετων, και μιλούσαν χαρούμενα με όλους, εκτονώνοντας την όποια ένταση θα μπορούσε να προκληθεί σε μια απρόβλεπτη στιγμή αυτοκριτικής και το σχετικό δημόσιο σχόλιο (μόνιμη κατάρα του ορθολογισμού).
ε. ο ξενέρωτος.
στ. οι κουμπάροι.
Αεικίνητοι στο χώρο αλλά τακτικοί και συνεπείς επισκέπτες του 23, έλαμπαν και οι δύο. Γαμπρός, νύφη και κουμπάροι ήταν μακράν οι ομορφότεροι άνθρωποι μέσα σε όλο το πλήθος. Ο ένας χώρισε πρόσφατα με την ορθολογίστρια που καθόταν δίπλα μου, κι ας ήταν το αγαπημένο μου ζευγάρι, κι εγώ το pet τους. Είχα να τους δω καιρό, και μετά την πρώτη αμηχανία, χειριστήκαμε την ανακοίνωση "κόσμια".
Ο επόμενος γάμος με τη συγκεκριμένη παρέα στο ίδιο τραπέζι δεν ξέρω πότε θα είναι, απλά μπορώ ήδη να τον τοποθετήσω χρονικά με πολύ μικρά περιθώρια σφάλματος, και αυτό μου προκαλεί εκνευρισμό. Για μένα, η στιγμή της βραδιάς που για λίγο σταμάτησε ο χρόνος είναι όταν μέσα στη βαβούρα, το μεγάφωνο έπαιξε το Being Boring. Παρ'όλο τον ορθολογισμό μου και το προβλέψιμο του τραγουδιού, μού βγήκε σε ενδορφίνες. Να ζήσουν τα παιδιά, αγαπιούνται.
(...περισσότερα)
"Μεταβυζαντινά μνημεία" και "παραδοσιακός οικισμός": Η προβληματική μιας συνύπαρξης.

Μεταβυζαντινά μνημεία ονομάζει η Αρχαιολογική Υπηρεσία στην Ελλάδα τα ερείπια που χρονολογούνται από την Οθωμανική περίοδο μετά το 1453, μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται κατά κύριο λόγο τζαμιά, χαμάμ και καραβάν-σεράγια· υπολείμματα, δηλαδή, από τα κυρίως δημόσια κτίρια της Οθωμανικής πόλης. Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται και οι χριστιανικοί ναοί και, πιθανόν, ορισμένες καλά διατηρημένες κατοικίες. Στην Άνω Πόλη Κυπαρισσίας βρίσκονται αρκετά Μεταβυζαντινά Μνημεία – κομμάτια της παλιάς Αρκαδιάς που ακόμα στέκονται, ενώ γύρω τους ζει και αναπτύσσεται ο χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός. Εντοπίζονται κυρίως κατά μήκος του παλιού εμπορικού δρόμου – του παζαριού - που ξεκινούσε από τον Πλάτανο μπροστά στο κάστρο, περνούσε μπροστά από την Αγία Τριάδα, και κατέληγε στο Βοεβοδαλίκι – κατοικία του μουσουλμάνου άρχοντα στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το «Ηρώον». Σε αναγνωρίσιμη κατάσταση διατηρείται τζαμί πίσω από τον Πλάτανο, ανάμεσα στο σπίτι του Π. Αντωνόπουλου και την οικοδομή του Λαογραφικού Μουσείου στη θέση του παλαιού Επαρχείου. Επάνω στην πλατεία με τον Πλάτανο βρίσκονται δύο βρύσες, η μία με επιγραφή από το Κοράνι, και πιο πάνω μέσα στο Κάστρο διατηρείται δεύτερο τζαμί, κλειδωμένο εδώ και χρόνια. Πιο κάτω, στη μέση περίπου της διαδρομής ανάμεσα στο κάστρο και το μεγάλο πλάτωμα του παζαριού μπροστά από την Αγία Τριάδα, βρίσκεται η «Παζαρόβρυση», και ακριβώς μπροστά της, στέκεται ό,τι έχει απομείνει από το χαμάμ του Παζαριού, ενώ δίπλα του ανεγείρεται ιδιωτική κατοικία. Το ερείπιο του χαμάμ είναι πολύ όμορφο. Έχει διατηρηθεί σε καλή κατάσταση ο θόλος της αίθουσας του λουτρού, και, αν καταφέρει κανείς να μπει μέσα, περνώντας από έναν μικρό προθάλαμο, είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που φωτίζεται το εσωτερικό από τις μικρές τρύπες στην οροφή, ειδικά το μεσημέρι. Η οροφή του χαμάμ με τους δύο μικρούς τρούλους φαίνεται και από επάνω, από τον κεντρικό δρόμο, και αφήνει από το σημείο της Παζαρόβρυσης, στη μέση ακριβώς της διαδρομής του Παζαριού, ελεύθερη τη θέα προς τη θάλασσα, το Κάστρο και το λόφο του χριστιανικού νεκροταφείου στον Αγιο-Δημήτρη. Πρόσφατα, μάλιστα, ακριβώς επάνω στο χαμάμ, είχε κατασκευαστεί γι’ αυτόν το λόγο ξύλινη εξέδρα. Το πλάτωμα μπροστά στην είσοδό του, στο χαμηλότερο επίπεδο, θα πρέπει να συγκέντρωνε αρκετό κόσμο από το Παζάρι σε έναν άλλο, πιο ήσυχο και περίκλειστο χώρο συγκέντρωσης, ίσως σε σχέση με ένα καφενείο η έναν τεκέ, όπως ήταν συνηθισμένο στις πόλεις της Ανατολής. Το χαμάμ αυτό δεν ήταν το μοναδικό στον οικισμό· χαμάμ ήταν και τα παλιά Δημοτικά Λουτρά στη συνοικία Πρόκα, που χτίστηκαν λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, διατηρώντας όμως τον ίδιο τρόπο λειτουργίας αλλά και κατασκευής με το παλαιότερο χαμάμ της Παζαρόβρυσης.
Τα Μεταβυζαντινά Μνημεία, αν εξαιρέσει κανείς μερικούς χριστιανικούς ναούς και ιδιωτικές κατοικίες, γενικά δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση και καταρρέουν. Υπάρχουν, δηλαδή, στην πράξη, δύο διακριτά υποσύνολα: από τη μία, εκκλησίες και σπίτια· από την άλλη, υπολείμματα ενός τρόπου ζωής που η ιδεολογία του νέου, ελληνικού κράτους από την αρχή απέρριψε ως «ξένο», και συγκεκριμένα ως «Τούρκικο». Ακόμα και σήμερα, ερείπια του ενδιαφέροντος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, δεν ονομάζονται «Οθωμανικά», μια και κάτι τέτοιο προκαλεί αρνητικές συνδηλώσεις. Για τις ελληνικές αρχές, δεν υπάρχουν «Οθωμανικά Μνημεία» ή, πιο συγκεκριμένα, η Οθωμανική περίοδος δεν άφησε μνημεία. Τα μνημεία είναι ερείπια τα οποία λειτουργούν σε μια πόλη ως τεκμήρια αλλά και ως φορείς της συλλογικής μνήμης, και η μνήμη, όταν από το προσωπικό επίπεδο μετατίθεται στο συλλογικό, λειτουργεί επιλεκτικά. Η «συλλογική μνήμη», φαινόμενο σύμφυτο με την παρουσία μνημείων, προϋποθέτει ένα σύστημα κεντρικής επεξεργασίας και αναμετάδοσης, και περιλαμβάνει σε πολύ αυξημένο βαθμό, σε σχέση τουλάχιστον με την προσωπική μνήμη, την αποτελεσματική λειτουργία της λήθης – είτε ως ολική διαγραφή είτε ως μερική ανακατασκευή.
Τις τελευταίες δεκαετίες έχει εκδηλωθεί από διάφορους φορείς, κατά κανόνα κρατικούς, έντονο και έμπρακτο ενδιαφέρον για την «προστασία», «συντήρηση» και «αποκατάσταση» μεγάλου αριθμού παλαιών οικιστικών συνόλων στην Ελλάδα, τα οποία γενικά ονομάζονται «παραδοσιακοί οικισμοί». Το σκεπτικό πίσω από την ενασχόληση με τους παλαιούς οικισμούς είναι ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως μνημεία, φορείς δηλαδή μιας συλλογικής μνήμης, και γι’ αυτόν το λόγο χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο και περιέρχονται στην ευθύνη του Υπουργείου Πολιτισμού και των υπηρεσιών του. Θα μπορούσαν κατά κάποιον τρόπο οι επιδοτούμενοι παραδοσιακοί οικισμοί να παρομοιαστούν με δημόσια εικονογραφημένα βιβλία, των οποίων το περιεχόμενο αξίζει να «παραδίδεται» στο κοινό, για λόγους εκπαιδευτικούς. Βιβλία, βεβαίως, όπου έχει γίνει επιλεκτική διαλογή και ομαδοποίηση των εικόνων, πολλές φορές «καθαρισμός» τους από στοιχεία που κρίνονται ανεπιθύμητα, και όπου θεωρείται εξαρχής κακό να επεμβαίνει ο οποιοσδήποτε ζωγραφίζοντας, χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη άδεια και χωρίς να υπόκειται σε συστηματικό έλεγχο.
Αν η «προστασία» είναι κάτι πολύ αόριστο και η «συντήρηση» κρύβει πάντοτε τον κίνδυνο να υποχρεωθούν άνθρωποι σήμερα να κατοικούν σε χώρους, δημόσιους ή ιδιωτικούς, που εξυπηρετούσαν έναν άλλο τρόπο ζωής (σε βαθμό μάλιστα που να μην μπορούν να ζήσουν μέσα σε αυτούς χωρίς αυξημένο προσωπικό κόστος, ή ακόμα και το να ζήσουν εκεί να απαγορεύεται), η έννοια της «αποκατάστασης» είναι εκείνη που εξηγεί πιο καλά τί είναι ένας παραδοσιακός οικισμός και ποιες πιθανές στάσεις μπορούμε να έχουμε σε σχέση με αυτόν. Η αποκατάσταση εμπεριέχει εξ’ ορισμού την έννοια της επέμβασης. Η επέμβαση είναι πράξη, η οποία καθοδηγείται από συγκεκριμένα κίνητρα και έχει επιπτώσεις. Επίσης, η αποκατάσταση δεν είναι έννοια μονοδιάστατη και κακώς συγχέεται με την αναστήλωση. Αποκατάσταση μπορεί να είναι και μια κατεδάφιση ή μια σημαντική αλλοίωση της προηγούμενης μορφής ενός παλαιού υπολείμματος. Επιπλέον, η αποκατάσταση δεν αφορά μόνον ένα προβληματικό λόγω παλαιότητας κτίριο, αλλά μπορεί να αφορά (και να συγκροτεί) ολόκληρα σύνολα.
Οι Παραδοσιακοί Οικισμοί κατασκευάζονται με αποκαταστάσεις. Η Άνω Πόλη (το προστατευόμενο / παραδοσιακό τμήμα της Κυπαρισσίας) αν και είναι κηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός, δεν θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί παραδοσιακός οικισμός του τύπου της Δημητσάνας, του Δυρού, της Κορώνης, της Μονεμβασίας κ.ο.κ. Οι αποκαταστάσεις δεν γίνονται με κεντρικό συντονισμό, και είναι άλλου είδους από τις μαζικές αναστηλώσεις ή τους εξωραϊσμούς των υπαίθριων δημόσιων χώρων. Πρόκειται κυρίως για προσθήκες / επεκτάσεις, για εργασίες συντήρησης / στερέωσης / καθαρισμού και για κατεδαφίσεις. Τα πράγματα στην Κυπαρισσία, όσον αφορά τα δυνάμει μνημεία, είναι πολύ πιο φυσικά και αυθόρμητα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην Κυπαρισσία έχουμε παραδοσιακό οικισμό χωρίς εμφανείς στόχους (πόσο μάλλον πρακτικές) για την πιθανή τουριστική / μουσειακή αξιοποίηση της εικόνας του – πράγμα καθ’ όλα θεμιτό, μάλλον σπάνιο και οπωσδήποτε εξαιρετικά ενδιαφέρον για συζήτηση. Πρόκειται για μια πόλη, σε ευρύτερο επίπεδο, εσωστρεφή – χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι κάτι κακό ούτε μοναδικό στην Ελλάδα.
Μια πτυχή αυτής της εσωστρέφειας στην οποία θα άξιζε να αναφερθεί κανείς, είναι η ιδιαίτερη διαχείριση της συλλογικής μνήμης. Χρήματα για να συντηρηθούν τα μνημεία στην Άνω Πόλη προφανώς δεν υπάρχουν. Ο βορειοανατολικός πύργος του Κάστρου (το οποίο, πέρα από κάθε αμφιβολία, είναι το ισχυρότερο τοπόσημο για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή) κινδυνεύει με κατάρρευση, ήδη οι τοπικοί φορείς έχουν ευαισθητοποιηθεί προσπαθώντας να προλάβουν τον επόμενο σεισμό με ό,τι μέσα διαθέτουν, και οπωσδήποτε την ίδια ανησυχία πρέπει να μοιράζεται και η τοπική κοινωνία. Η προστασία του Κάστρου φαίνεται αυτή τη στιγμή ότι είναι πρώτη προτεραιότητα. Παράπλευρα, όμως, μοιάζει εδώ να διαφαίνεται ένα είδος αξιολόγησης και ιεράρχησης των μνημείων / τόπων της πόλης ανάλογα με τη σημασία τους, και αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Από το Κάστρο δεν λείπουν οι επεμβάσεις· η πέτρινη πύλη της εισόδου όσο και η ίδια η πρόσβαση από τον Πλάτανο, δεν είναι η αυθεντική. Κανείς δεν γνωρίζει ποιά ήταν η κύρια είσοδος στο οχυρό, και όμως η σημερινή έχει κατασκευαστεί με τρόπο που μοιάζει σαν να βρισκόταν πάντοτε εκεί. Από πού προέρχονται οι πέτρες; Επιπλέον, το Κάστρο δεν ήταν πάντα ακατοίκητο, όπως δίνει την εντύπωση σήμερα: υπήρχαν, μέσα και γύρω από αυτό, αρκετά σπίτια, για τα οποία ελάχιστα γνωρίζουμε, και τίποτα δεν μοιάζει να υπενθυμίζει την παρουσία τους, με μόνη ίσως εξαίρεση το υπόλειμμα μιας κεραμοσκεπής στη θέση του κυλικείου. Ποιοί ήταν αυτοί που έμεναν μέσα, από πότε μέχρι πότε, και γιατί είχαν το δικαίωμα; Το κλειδωμένο τζαμί στο εσωτερικό του κάστρου, τη στιγμή που υπήρχε άλλο ακριβώς έξω, ποιους εξυπηρετούσε; Επιπλέον, γιατί κανένα από τα μονοπάτια του Κάστρου, τα οποία μοιάζουν φυσικά, δεν οδηγεί εκεί, και η πρόσβαση έχει αποκοπεί με μάντρα; Αν το Κάστρο ήταν κανονική συνοικία, υπήρχαν εκκλησίες, βρύσες, δρόμοι ή άλλοι δημόσιοι χώροι και με ποια μορφή;
Βέβαια, είναι αμφίβολο το κατά πόσον σήμερα θα μας ήταν χρήσιμο να γνωρίζουμε πράγματα για τη συνοικία στο εσωτερικό του Κάστρου, και επιπλέον, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να αμφισβητηθεί η εκ νέου χάραξη των μονοπατιών ούτε η πυκνή φύτευση με πεύκα που έγινε μετά τον πόλεμο, μια και αυτά εξυπηρετούν το χαρακτήρα υπαίθριας αναψυχής που έχει το μνημείο (θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς το Κάστρο σαν ένα υπερυψωμένο, περίοπτο πάρκο πρασίνου). Η επέμβαση που αξίζει να συζητηθεί περισσότερο είναι αυτή που έχει γίνει στο ψηλότερο επίπεδο με τους δύο πύργους (εκείνο το οποίο τώρα, για λόγους ασφαλείας, δεν είναι πια προσβάσιμο): συγκεκριμένα, η κατασκευή μικρού αμφιθεάτρου, «Ελληνικού τύπου».
Το αμφιθέατρο είναι απολύτως συμβατό με τον χαρακτήρα ενός πάρκου. Κατά καιρούς γίνονταν εκεί εκδηλώσεις με μεγάλη συμμετοχή και επιτυχία, και χωρίς αμφιβολία οι προθέσεις για την κατασκευή του ήταν οι καλύτερες. Για να κατασκευαστεί όμως το αμφιθέατρο, η ιστορική φυσιογνωμία του Κάστρου και της ίδιας της πόλης χρειάστηκε να υποστεί δύο ανεπανόρθωτες απώλειες. Το οικοδομικό υλικό για τις κερκίδες, προέρχεται κυρίως από την κατεδάφιση της φρουριακής πύλης εισόδου στην Αρκαδιά, η οποία βρισκόταν πίσω από το Κάστρο, στο δρόμο προς τους Μύλους. Επίσης, η θέση του αμφιθεάτρου είναι εκείνη όπου βρισκόταν η πηγή του Κάστρου («αναβρυτήριο»), που ήταν διαμορφωμένη, και διακοσμημένη με σιδεριά που είχαν παραγγείλει Φιλιατρινοί έμποροι στη Βενετία.
Το να χρησιμοποιήσει κανείς οικοδομικό υλικό από παλαιότερα κτίρια για να κατασκευαστεί κάτι νέο (και πιθανόν πιο χρήσιμο) είναι εντελώς φυσικό, και το να πετάξει μία παλιά σιδεριά επίσης. Αυτό συνέβαινε παντού και πάντα, όπου τα πράγματα γίνονταν με γνώμονα την ανάγκη και την πρακτική λογική. Οι οικισμοί τους οποίους σήμερα ονομάζουμε «παραδοσιακούς», όσο ήταν ακόμη ζωντανοί οργανισμοί, χωρίς νόμους προστασίας και πρότυπα οικοδόμησης, έτσι χτίζονταν και έτσι ζούσαν. Η ζωή σε αυτούς ήταν ελάχιστα ρομαντική και πολύ περισσότερο δύσκολη. Όταν κάτι δεν χρειαζόταν πια, γκρεμιζόταν για να ελευθερώσει χώρο, και ό,τι από αυτό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξανά, κάλυπτε τις νέες ανάγκες με προσθήκες και επεμβάσεις.
Στις μέρες μας όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει προς άλλη κατεύθυνση – καλύτερη ή χειρότερη, είναι έξω από τη συγκεκριμένη προβληματική. Σήμερα στην Κυπαρισσία, το να τσιμεντώνονται καλντερίμια, να ρημάζουν δύο τζαμιά, να πέφτουν δύο χαμάμ, και να κατεδαφίζονται ιστορικά σπίτια ή δημόσια κτίρια, πόσο μάλλον το πανάρχαιο Κάστρο να χρησιμοποιείται μόνον ως πάρκο που θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιονδήποτε λόφο, μπορεί να δικαιολογείται από την άποψη της ανάγκης ή της λογικής: ο κόσμος κυκλοφορεί πια με αυτοκίνητα και όχι με άλογα, σχεδόν κάθε σπίτι έχει δικό του λουτρό και δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιεί κανείς το δημόσιο, μουσουλμάνοι είναι αμφίβολο αν υπάρχουν ώστε να εμφανίζεται ανάγκη για δικό τους θρησκευτικό χώρο και τα παλαιά σπίτια μπορεί να φαίνονται όμορφα, είναι όμως υπέρογκο το κόστος της συντήρησης τους ή και της διαβίωσης μέσα σε αυτά, αν υποθέσουμε ότι η αποκατάσταση γίνεται ακριβώς επάνω στο υπάρχον πρότυπο. Τα πράγματα, μάλιστα, για τα παλαιά υπολείμματα στην Άνω Πόλη γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα αν αναλογιστεί κανείς ότι πολλά από αυτά θυμίζουν πράγματα που για κάποιους λόγους δεν θεωρούνται ευχάριστα. Αυτό δεν αφορά μόνον τα μνημεία από την περίοδο που ονομάζουμε «Τουρκοκρατία»· μπορεί να αφορά ακόμα και απλά σπίτια που να θυμίζουν στους τωρινούς ιδιοκτήτες τους ότι κάποτε μπορεί οι ίδιοι ή οι δικοί τους άνθρωποι να μεγάλωσαν και να έζησαν μέσα σε αυτά με μεγάλες στερήσεις, και να θεωρούν υποχρέωσή τους να τα βελτιώσουν, όπως κατάφεραν οι ίδιοι να βελτιώσουν τη ζωή τους.
Στρατηγικές και λύσεις μονοδιάστατες δεν υπάρχουν, και κραυγές για «εγκλήματα» ή «καταστροφές» που ακούγονται μερικές φορές, αν τις θεωρήσει κανείς από άλλη οπτική, μπορεί και να μοιάζουν αναχρονιστικές, άδικες ή και αστείες. Επιτακτική ανάγκη αυτή τη στιγμή είναι να γίνει μια απλή καταγραφή και τεκμηρίωση, γιατί κάτι τέτοιο, όσο περίεργο και αν μοιάζει, δεν υπάρχει. Έτσι θα έχουμε τουλάχιστον αντίληψη του τί διαθέτουμε και τι θα μπορούσαμε συλλογικά σε κάποια στιγμή να διαχειριστούμε, σύμφωνα με μια στρατηγική η οποία, οπωσδήποτε αφορά τον δημόσιο διάλογο. Επιλογές και οπτικές υπάρχουν ακόμα απεριόριστες, ακόμα και δυνατότητες πρωτοτυπίας. Όσο περνάει ο καιρός όμως, φυσικά, οι δυνατότητες αυτές περιορίζονται· επειδή κάποια πράγματα όταν αφεθούν στην τύχη τους, πέφτουν.
(...περισσότερα)
Το νέο Λιμάνι και οι προοπτικές που ανοίγονται.
Αναδρομή: Η σχέση της Κυπαρισσίας με τη θάλασσα.
Η Κυπαρισσία, αν και πάντοτε βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα, ποτέ δεν είχε πραγματικά το χαρακτήρα «παραθαλάσσιας πόλης». Ο μεσαιωνικός οικισμός βρισκόταν σε απόσταση από την θάλασσα, γύρω από το Κάστρο, και τα χωριά τα οποία τον τροφοδοτούσαν – τόσο με προϊόντα όσο και με κατοίκους, συνήθειες και αντιλήψεις - ήταν όλα ορεινά. Το ίδιο το «κέντρο» του οικισμού – ο Πλάτανος και το πλάτωμα του Παζαριού, εκεί όπου τώρα βρίσκονται οι ταβέρνες – πολύ περισσότερο θυμίζει στη διάρθρωσή του ορεινό χωριό, παρά πόλη παραθαλάσσια, όπως η Πύλος ή το Γύθειο.
Με την εγκαθίδρυση του Ελληνικού Κράτους και την πολεοδομική πολιτική της Βαυαροκρατίας, η Κυπαρισσία, αφού μετονομάστηκε με το αρχαιοπρεπές της όνομα, «μετατοπίστηκε» στον κενό χώρο ανάμεσα στον ορεινό οικισμό και τη θάλασσα, με τον ίδιο τρόπο που αυτό συνέβη σε πάρα πολλές πόλεις: στρατιωτικοί μηχανικοί χάραξαν ένα ορθογώνιο πλέγμα δρόμων σε έναν χάρτη, ο οποίος και αποτέλεσε οδηγό για την περαιτέρω οικοδομική ανάπτυξη της πόλης – μέχρι και σήμερα. Πρόβλεψη υπήρχε μόνο για ένα άδειο τετράγωνο προς τη μέση του οικισμού, το οποίο θα έπαιζε το ρόλο «κεντρικής πλατείας», κατά τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Κατά τα άλλα, οι χαράξεις αγνοούσαν τόσο την τοπογραφία του εδάφους (πράγμα το οποίο διαπιστώνουμε στις απότομες ανηφόρες που μετατρέπονται σε κατηφόρες, επειδή ο δρόμος επιμένει να ακολουθεί ευθεία γραμμή), όσο και την ακτογραμμή: το πλέγμα των δρόμων απλώς διακόπτεται και παραμορφώνεται εκεί όπου πρακτικά δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο, χωρίς να υπάρχει μια ζώνη εκτόνωσης γύρω από τη θάλασσα. «Λιμάνι» εξακολουθεί να μην υπάρχει, δημιουργείται όμως με τον καιρό ένα αγκυροβόλιο για μικρές βάρκες, και αρχίζουν να συσσωρεύονται στην παραλία ορισμένες χρήσεις – κυρίως αποθήκες. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, είναι πως η παραλία ήταν ο τόπος που κρίθηκε περισσότερο κατάλληλος για να φιλοξενήσει τις τοπικές Φυλακές. Οι σημαντικές δραστηριότητες για τη ζωή της πόλης, παρέμειναν συγκεντρωμένες γύρω από τις δύο πλατείες των δύο οικισμών, του παλιού και του καινούριου, αφήνοντας στη θάλασσα ρόλο συμπληρωματικό και μάλλον δευτερεύοντα. Η μόνη εκδήλωση όπου η θάλασσα έπαιζε για την πόλη πρωταρχικό ρόλο ήταν τα Θεοφάνια, μία μέρα κάθε χρόνο, στην Αποβάθρα. Προοδευτικά, το κέντρο της Κυπαρισσίας (εμπορικό, διοικητικό, αναψυχής) παγιώθηκε γύρω από την πλατεία στην Κάτω Πόλη, ενώ στην Άνω Πόλη παρέμειναν λίγες χρήσεις αναψυχής, μάλλον εποχιακού χαρακτήρα, και απομακρύνθηκε σχεδόν όλο το εμπόριο. Στην περιοχή της Παραλίας, πάλι, αυθόρμητη ανάπτυξη υπάρχει από τότε που γίνονται συνήθεια του πληθυσμού τα θαλάσσια μπάνια, οπότε εμφανίζονται σημειακά μερικές ταβέρνες και άλλες εγκαταστάσεις αναψυχής, για να εξυπηρετούνται οι λουόμενοι. Παρ’ όλα αυτά, «μέτωπο» της πόλης πάνω στη θάλασσα δεν υπάρχει, εκτός από ένα πολύ μικρό τμήμα με εστιατόρια στην περιοχή της Αποβάθρας. Το παραλιακό τμήμα που χρησιμοποιείται περισσότερο από τους κατοίκους είναι εκείνο της περιοχής Αϊ-Λαγούδη / Τουριστικού, ενώ οι παραλίες προς τη μεριά της Αποβάθρας χρησιμοποιούνταν κυρίως από τους επισκέπτες του Κάμπινγκ, και εγκαταλείφθηκαν όταν άρχισε να γίνεται έντονο το πρόβλημα με τα λύματα.
Σήμερα, δύο μεγάλα έργα υποδομής έρχονται κυριολεκτικά να ανατρέψουν τη φυσική αυτή πορεία: ο βιολογικός καθαρισμός των λυμάτων, και η επέκταση (ή, μάλλον, η ολοκληρωμένη κατασκευή) του Λιμανιού, με σημαντική διαπλάτυνση και ενοποίηση της χερσαίας ζώνης. Και τα δύο έργα έχουν προσανατολισμό αναπτυξιακό, και χώρο αναφοράς τη θάλασσα. Ο βιολογικός καθαρισμός είναι σαφές τι είδους ανάγκες εξυπηρετεί – η έλλειψη επεξεργασίας των λυμάτων, έστω και ως φήμη, και παρ’ όλες τις «γαλάζιες σημαίες», έχει ήδη διώξει αρκετούς παραθεριστές σε παραλίες μακριά από την πόλη. Το Λιμάνι όμως;
Επιθυμητός χαρακτήρας:
Το έργο ήδη μοιάζει ολοκληρωμένο, αλλά ακόμα δεν έχει αποσαφηνιστεί ο χαρακτήρας του. Μέχρι τώρα, στη θέση του Λιμανιού λειτουργούσε μόλος για μικρά, αλιευτικά σκάφη. Αν το Νέο Λιμάνι πρόκειται να συνεχίσει να λειτουργεί ως αλιευτικό καταφύγιο, το μέγεθός του είναι πολύ μεγάλο για να περιοριστεί σε τέτοια μόνο χρήση, σε όλη του την έκταση. Αν πρόκειται να λειτουργήσει ως λιμάνι εμπορικό ή μεταφορικό, κλίμακας αντίστοιχης λ.χ. με της Κυλλήνης, ανακύπτουν μια σειρά από προβλήματα: πέρα από την ανάγκη για περαιτέρω εκβάθυνση, η σύνδεση με το Σιδηροδρομικό Σταθμό είναι ιδιαίτερα προβληματική, και, εκτός και απαλλοτριωθούν εκτάσεις στη βόρεια πλευρά για την κατασκευή αποθηκών και τη διάνοιξη δρόμου ανάμεσα στο νέο βραχίονα και την εθνική οδό στο ύψος του σταθμού του ΟΣΕ, θα πρέπει να επιβαρυνθεί επιπλέον το τοπικό οδικό δίκτυο, το οποίο τους καλοκαιρινούς μήνες ήδη λειτουργεί οριακά. Αν, τέλος, λειτουργήσει ως λιμένας αναψυχής, θα πρέπει να σχεδιαστούν πολύ προσεκτικά και συντονισμένα μια σειρά από περαιτέρω υποδομές, ώστε το έργο να καταστεί βιώσιμο και να κινητοποιήσει την ανάπτυξη ολόκληρης της πόλης.
Από τα τρία αυτά σενάρια, και συνυπολογίζοντας τα νέα δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας, περισσότερες προοπτικές εμφανίζει το τελευταίο. Φυσικά το νέο Λιμάνι θα πρέπει να μπορεί να φιλοξενεί αλιευτικά σκάφη, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να εξυπηρετεί σκάφη αναψυχής σε ένα ελκυστικό περιβάλλον, και ο σχεδιασμός να κινηθεί κυρίως προς αυτήν την κατεύθυνση. Μερικές δεκάδες χιλιόμετρα νότια της Κυπαρισσίας, υλοποιείται αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη επένδυση που έχει γίνει ποτέ στο Νομό: μέχρι το 2007 θα έχει ολοκληρωθεί στην περιοχή μεταξύ Γαργαλιάνων, Χώρας και Πύλου η πρώτη φάση της ΠΟΤΑ (Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης), η οποία στοχεύει στην προσέλκυση θεματικού τουρισμού υψηλού επιπέδου ολόκληρο το χρόνο, και ιδιωτικών επενδύσεων που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Πρόκειται για έργο πρωτοφανές για τα Ελληνικά δεδομένα, που χρηματοδοτείται αρχικά με δημόσιες επενδύσεις, ενώ στη συνέχεια και παράλληλα αντλεί κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα. Η δημόσια συμμετοχή εγγυάται το σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση δικτύων και υποδομών εκεί όπου τώρα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα, ενώ ο ιδιωτικός τομέας τοποθετείται στο ελκυστικό αυτό περιβάλλον και συμμετέχει στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη. Η Κυπαρισσία δεν βρίσκεται μέσα στην ΠΟΤΑ και δεν συμπεριλαμβάνεται σε κάποια από τις μελλοντικές φάσεις του έργου. Βρίσκεται όμως πάρα πολύ κοντά, και υπάρχει η δυνατότητα, με δικά της μέσα, να διασυνδεθεί με τα αναπτυξιακά δίκτυα του νοτιότερου τμήματος του Νομού, εξασφαλίζοντας τη μελλοντική της συμμετοχή και επιτυχία στο νέο αυτό ανταγωνιστικό και ποιοτικό περιβάλλον. Κλειδί σε όλη αυτή την προσπάθεια είναι η σχεδιασμένη στροφή της πόλης προς το νέο Λιμάνι.
Άνοιγμα της πόλης στη θάλασσα:
Ο συστηματικός σχεδιασμός της χερσαίας ζώνης του λιμανιού παρέχει μια μοναδική ευκαιρία για να μετατραπεί η Κυπαρισσία, δομικά, σε παραθαλάσσια πόλη, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της – και δεν υπάρχει πιο κατάλληλη στιγμή από τώρα. Ο ενιαίος χώρος ανάμεσα στους δύο βραχίονες μπορεί να αποτελέσει τη νέα «καρδιά» της πόλης, βοηθώντας ταυτόχρονα την αναμόρφωση του συνόλου, ως την περιοχή του Κάστρου. Θα ολοκληρωθεί και θα κλείσει με αυτόν τον τρόπο η διαδικασία σταδιακής μετατόπισης του κέντρου της Κυπαρισσίας από το βουνό προς τη θάλασσα, η οποία έχει διαρκέσει τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια. Είναι τεράστιο ευτύχημα ότι μεγάλο τμήμα της έκτασης ήδη ανήκει αποκλειστικά στο Δήμο, ενώ συνδιαχειριστής του έργου είναι το Λιμενικό Ταμείο, το οποίο είναι επίσης Δημόσιος φορέας. Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα από το εξωτερικό (κυρίως από την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία) όπου δημόσιοι φορείς μικρών πόλεων έχουν προχωρήσει στη σύσταση αναπτυξιακών εταιρειών, και, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα αλλά και με άλλους τοπικούς φορείς, έχουν αναμορφώσει με ελεγχόμενο τρόπο και σημειακές επεμβάσεις το αστικό περιβάλλον, με θεαματικά αποτελέσματα, προς όφελος όλων των κατοίκων. Άλλωστε, αυτή είναι και η λογική του αναπτυξιακού νόμου για την ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, η οποία στην Ελλάδα εφαρμόζεται συστηματικά για πρώτη φορά.
Στην περίπτωση της Κυπαρισσίας, «προίκα» της πόλης είναι η μεγάλη Δημοτική έκταση (περίπου 14.000 τ.μ.) η οποία έχει προκύψει από τις επιχώσεις, ανάμεσα στην ταβέρνα του Μαρτσέλου και τις παλιές γυναικείες Φυλακές. Υποθέτουμε ότι ο Δήμος θα αξιοποιήσει το τμήμα αυτό προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, διασφαλίζοντας το δημόσιο χαρακτήρα του και την εύκολη προσβασιμότητα. Το πρόγραμμα των επεμβάσεων, όμως, είναι συζητήσιμο. Η έκταση αυτή είναι ιδιαίτερα προνομιακή και έχει πάρα πολλές δυνατότητες. Η συνεισφορά του Δήμου στο συγκεκριμένο χώρο μπορεί να ακολουθήσει την πολύ απλή, αλλά και ιδιαίτερα ανταποδοτική λογική του σχεδιασμένου «παραλιακού περιπάτου». Με απλά λόγια, αυτό που χρειάζεται η Κυπαρισσία στο Λιμάνι είναι μία συστηματικά σχεδιασμένη, γραμμική πλατεία, από την άκρη του ενός βραχίονα στην άλλη, όπου θα καταλήγει και θα ολοκληρώνεται η πόλη.
Λέγοντας «πλατεία», ο περισσότερος κόσμος φαντάζεται μία άδεια πλακοστρωμένη έκταση, όπου στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει η ευαισθησία για μια ενισχυμένη φύτευση και ίσως μερικά στοιχεία νερού. Η πλατεία όμως είναι εξαιρετικά πιο σύνθετος χώρος. Στο χαρακτήρα μιας πλατείας συμμετέχουν οι χρήσεις γύρω της, το είδος των προσβάσεων, ο αριθμός των ανθρώπων οι οποίοι την επισκέπτονται, οι δραστηριότητές τους, ο ρυθμός της κίνησής τους ή της κίνησης των οχημάτων, στοιχεία που δρουν ως φορείς της συλλογικής μνήμης, καθώς και η εικόνα του φυσικού και χτισμένου χώρου στα όριά της. Η συγκεκριμένη πλατεία δεν θα ξεκινήσει από το πουθενά, όπως συνέβη με την κεντρική πλατεία της Κάτω Πόλης – η οποία, εντούτοις, με το πέρασμα του χρόνου, ως προς την εμπορική της διάσταση, πέτυχε. Ήδη στην Αποβάθρα υπάρχουν κάποιες ταβέρνες, μια υπέροχη παλιά αποθήκη η οποία τώρα λειτουργεί ως νυχτερινό κέντρο, μία μεγάλη φυτεμένη έκταση κάτω από το αναψυκτήριο του Γενναίου, και η Μονόπετρα, στοιχείο αναπόσπαστα δεμένο με τη μνήμη όλων όσων μεγάλωσαν στην Κυπαρισσία, και η οποία ευτυχώς διασώθηκε από τις μπουλντόζες. Όλα αυτά, μαζί με τη φυσική αμφιθεατρικότητα του λιμανιού και τις εξαιρετικές θέες προς την πόλη, το Κάστρο και τη θάλασσα, μπορούν με συντονισμένο σχεδιασμό και κάλυψη ορισμένων ελλείψεων να αποδώσουν έναν εξαιρετικής ποιότητας δημόσιο χώρο, εφόδιο της πόλης και όχημα προς το μέλλον.
Στρατηγική:
Ο σύγχρονος αστικός σχεδιασμός αποφεύγει τα μεγάλα και άκαμπτα επιχειρησιακά σχέδια, και επικεντρώνεται σε σημειακές και ευέλικτες επεμβάσεις, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από το δημόσιο χρήμα. Ο δημόσιος τομέας (στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Δήμος Κυπαρισσίας και ίσως το Λιμενικό) εγγυάται την αρχική χρηματοδότηση για την κατασκευή ενός ελκυστικού δημόσιου χώρου, και, κατόπιν, αναθέτοντας την περαιτέρω διαχείριση σε μία σχετικά αυτόνομη αναπτυξιακή εταιρεία όπου ο Δήμος διατηρεί κάποια συμμετοχή, προσπαθεί να προσελκύσει ιδιώτες επενδυτές με προσκλήσεις ενδιαφέροντος, συντονίζοντας όμως τις δράσεις τους. Οι ιδιώτες οφείλουν αφ’ ενός να περιορίζονται στη συμφωνία τους με την εταιρεία χωρίς να καταστρατηγούν το δημόσιο χαρακτήρα του χώρου, και αφ’ ετέρου καθίστανται εν μέρει υπεύθυνοι για τη συντήρηση της δημόσιας περιουσίας, είτε αυτή αφορά την καθαριότητα είτε την αντικατάσταση φθαρμένου εξοπλισμού. Η εταιρία οφείλει να διαφημίζει την περιοχή με διάφορους τρόπους μάρκετινγκ, ώστε οι ιδιώτες επενδυτές να έχουν βιώσιμες επιχειρήσεις, και επιπλέον οφείλει να παρακολουθεί και να συντονίζει την εξέλιξη του συγκεκριμένου χώρου σε βάθος χρόνου.
Συγκεκριμένα, στο Λιμάνι, ο περίπατος πρέπει να γίνει ελκυστικός με σημειακή χαμηλή δόμηση κατά μήκος του, κατάλληλα ενταγμένη στην κλίμακα και μορφολογία της περιοχής, όπου θα στεγάζονται υπηρεσίες – όχι απαραίτητα μόνο αναψυχής. Αρχικά, τα μικρά κτίρια μπορούν να κατασκευαστούν με χρηματοδότηση από την εταιρεία του Δήμου, ταυτόχρονα με την πλατεία, και κατόπιν να ενοικιάζονται, ώστε η εταιρεία να εξασφαλίζει τα απαραίτητα έσοδα για τη συντήρηση του δημόσιου χώρου, σταδιακά να αποσβέσει το κόστος της κατασκευής, και να αυξήσει το κεφάλαιό της προς όφελος του Δημοσίου. Η έκταση προς αξιοποίηση ήδη είναι πολύ μεγάλη, και αν περιοριζόταν μόνον σε υπαίθριο δημόσιο χώρο, θα ήταν αχανής και δεν θα μπορούσε να προσελκύει κόσμο παρά μόνο σε συγκεκριμένες εποχές, και μόνο συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Η ήπια οικοδομική ανάπτυξη θα πρέπει να επωφελείται από τη γειτνίαση με έναν ιδιαίτερα ελκυστικό ανοιχτό δημόσιο χώρο συγκέντρωσης και περιπάτου, και παράλληλα να του δίνει ζωή και κυκλοφορία. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αποκατάστασης παλαιών κτιρίων της περιοχής, με συγκεκριμένη όμως χρήση, σχετική με το λιμάνι, και όχι απλά ως «οικοδομές προς αξιοποίηση». Για παράδειγμα, οι αναβαθμισμένες εγκαταστάσεις του Λιμενικού θα μπορούσαν να στεγαστούν στο χώρο του λιμανιού, αντί για το ισόγειο όπου στεγάζονται τώρα, είτε σε ένα από τα ανακαινισμένα κτίρια, είτε σε δικό τους χώρο με μικτές χρήσεις γραφείων στον όροφο και υπηρεσιών στο επίπεδο της πλατείας. Τέλος, από τα έσοδα της δημοτικής εταιρείας, θα μπορούσαν να χρηματοδοτούνται εν μέρει οι απαραίτητες πρώτες επεμβάσεις στο δημόσιο χώρο της Άνω Πόλης, ώστε η Κυπαρισσία να πετύχει συνολικά μια ισόρροπη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Επιπλέον, την ποιότητα του υπαίθριου δημόσιου χώρου θα εξασφαλίσει η σωστή αξιοποίηση και η ενίσχυση της παρουσίας των φυσικών στοιχείων, είτε πρόκειται για νερό είτε για φυτεύσεις, η ανάδειξη των στοιχείων της τοπικής μνήμης, όπως η Μονόπετρα, και, τέλος, η επιλογή κατάλληλου αστικού εξοπλισμού (καθίσματα, στέγαστρα, φωτιστικά) και υλικών για τα σκληρά εδάφη, είτε πρόκειται για πλακοστρώσεις είτε για ειδικά διαμορφωμένες επιφάνειες με χώμα. Αυτά όμως αποτελούν αντικείμενο σχεδιασμού, και δεν έχει νόημα αυτή τη στιγμή να προτείνει κανείς περιγραφές ή μαγικές εικόνες.
Διαγωνισμός:
Σήμερα, οποιαδήποτε σοβαρή πολεοδομική επέμβαση είναι ζήτημα σύνθετου και συμμετοχικού σχεδιασμού, και όχι στεγνός καθορισμός χρήσεων γης ή συντελεστών δόμησης, πόσο μάλλον ασύνδετων εξωραϊσμών και τυχαίων και αυθαίρετων χωροθετήσεων. Ο σχεδιασμός γίνεται από ειδικευμένους αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, οι οποίοι έχουν την κατάρτιση να διακρίνουν και να αξιοποιήσουν τα στοιχεία του συγκεκριμένου τόπου, καταθέτοντας μία ποιοτική και ευέλικτη πρόταση για το μέλλον, μέσα από μία διαδικασία διαγωνισμού. Αν και χωρίς τη συμμετοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας δύσκολα τα πράγματα συμβαίνουν σωστά, ο μόνος φερέγγυος φορέας ο οποίος θα μπορούσε να αναλάβει την προκήρυξη ενός διαγωνισμού για τη διαμόρφωση της χερσαίας ζώνης του λιμανιού και τη διασύνδεσή της με το σύνολο της πόλης, είναι ο Δήμος. Είναι καιρός να σταματήσουν οι αυτοσχεδιασμοί και να σκεφτούμε το ζήτημα του αστικού σχεδιασμού στην Κυπαρισσία λίγο πιο σοβαρά και σε βάθος χρόνου. Η πόλη έχει ήδη χάσει αναρίθμητες ευκαιρίες - είτε από άγνοια, είτε από ασυνεννοησία. Σε μια εποχή όμως όπου τα Κοινοτικά κονδύλια όλο και περισσότερο στερεύουν, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται μια έντονη δυναμική στο νότιο τμήμα της Μεσσηνίας, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για αβλεψίες. Η συστηματική αξιοποίηση του νέου λιμανιού είναι μάλλον η τελευταία ευκαιρία της πόλης για να προλάβει την εποχή της. Η ευκαιρία, όμως, είναι πολύ μεγάλη.
(...περισσότερα)